Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Σπορτμπιλι

Στο μεγάλο πάρκο του Hasenheide με τα τεράστια δέντρα υπάρχει μια καινούργια παρέα από Έλληνες κοντά στο ζωολογικό κήπο. Η ψυχή της παρέας είναι ο Μπίλης ο σκειτάς που κουβαλάει μια τσάντα γεμάτη μπάφους κόκες σπιντ και mdma. Κάθε φορά που περνάει κανας περαστικός, του χαμογελάει και του κάνει νεύμα να έρθει. Τότε του ανοίγει την μαγική τσάντα και του δίνει ότι ναρκωτικό επιθυμεί. Α! ξέχασα να σας πω ότι ο Μπίλης δεν έχει πόδια. Το σκέιτμπορντ ήταν και συνεχίζει να είναι το μέσο της μετακίνησης του καθώς κάθεται πάνω του και το μετακινεί με τα χέρια του.Οι παππούδες του του ήταν κάτι γοριλάνθρωποι, που γέννησαν μια πιθηκίνα που αυτή με τη σειρά της, γέννησε αυτό το έκτρωμα χωρίς πόδια. Αλλά όσο του έλειπαν πόδια, άλλο τόσο του περίσσευε στο να είναι καταφερτζής. Μπορούσε να βλέπει μπροστά κινήσεις και να εντοπίζει τις ευκαιρίες που του έρχονται από χιλιόμετρα, όπως αυτή που του παρουσιάζονταν στα 20 μέτρα να τον πλησιάζει. Ήταν ένα 18χρονο κορίτσι με κόκκινα μαλλιά, τόσο όμορφο που ντρεπόσουν να το κοιτάξεις. Για μια στιγμή σάστισε, το αφεντικό του γύρισε και του πε ''έλα συγκεντρώσου, τέτοιες γκόμενες δεν είναι για σένα μικρέ'' και εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε ότι είχε απόλυτο δίκιο κατεβάζοντας το κεφάλι βράζοντας μέσα του. Το κορίτσι, ερχόταν πάνω σ' ένα longboard. Όλοι αυτοί  που σπάνε τα μούτρα τους και μετά ξανασηκώνονται για να συνεχίσουνε να κάνουνε την ίδια μαλακία που κανανε πριν είχαν τον απόλυτο σεβασμό του. Με το που τον είδε πάνω στο σκέιτ τον πλησίασε. Ανέβασε το κεφάλι, την κοίταξε και τα μάτια του άστραψαν. Ήταν σαν άγγελος. ''Θα θελα 20 ευρώ χόρτο'' του είπε χαμογελαστά. Αυτός συνέχισε να την κοιτάει σαν χαμένος. ''σόρυ, χάζευα την προσωπάρα σου και ξεχάστηκα. Αμέσως'' Γελάει αυτή γοητευμένη από το κοπλιμέντο. Βγάζει από το τσαντάκι του το σακουλάκι με το χόρτο. Της έδωσε ολόκληρο το σακουλάκι που άξιζε τουλάχιστον το διπλάσιο ''πολύ είναι αυτό'' του λέει η κοκκινομάλα με το λονγκμπορντ. ''Μου φτιάξατε τη μέρα δεσποινίς, σου το κερνάω'' της αποκρίνεται. ΄΄Ευχαριστώ. δεν μπορώ να πω όχι. σου αρέσει το σκέιτ?΄΄ τον ρωτάει από ευγένεια. ''ζω πάνω στο σκέιτ, μπορεί να μην είμαι σαν και εσάς αλλά ξέρω και εγώ τα κόλπα μου'' ''θα θελες να μου δείξεις κάποια μέρα?'' ''που θα σε βρω?'' ''στο τέμπελχοφ'' ''θα σε βρω'' της είπε μαγεμένος. ''εντάξει τα λέμε'' ενώ έσμπρωξε το λόνγκμπορντ της να κυλήσει και να φύγει. Με το που έφυγε έφαγε μια φάπα από το αφεντικό του ''καλά ρε μαλακισμένο, θα μας χαλάσεις όλο το εμπόρευμα για ένα κωλόμουνο?'' ''βγαλτο από το μεροκάματο μου ρε, τι βαράς? Εδώ μόλις έγινε ένα θαύμα'' ''στα αρχίδια μου, αν το ξανακάνεις έφυγες. Το κατάλαβες? Τόσα λεφτά πληρώνω για το εμπόρευμα, δεν το χαρίζω σε κανέναν''

Την επόμενη μέρα ο Μπίλης τρελάθηκε. Ήταν αποφασισμένος να βρει την κοπέλα και να εξαφανιστεί μαζί της για πάντα. Για αυτό έκανε μόνος του το βήμα της πίστης που απαιτείται και εκεί που καθόταν στο πάρκο μαζί με το αφεντικό του, παίρνει την τσάντα και φεύγει. ΄΄Που πας ρε μαλακισμένο?'' ''Άντε γαμήσου μαλάκα καθώς βάζει δύναμη στα χέρια του να φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακρυά με το σκειτ του. Το αφεντικό τον κυνηγάει ΄΄δε θα γυρίσεις σπίτι σου? θα σε γαμήσω'' Ο Μπίλης είχε πάρει την απόφαση να μην ξαναγυρίσει ποτέ'' Ούτε περιουσία είχε, ούτε καλά ρούχα, ούτε αγαπημένα αντικείμενα. Ένα βαλιτσάκι είχε γεμάτο ναρκωτικά και ένα σκειτ. Και αυτά του αρκούσαν. Ήθελε να ζήσει ελεύθερος, για όσο μπορούσε. Το αφεντικό του είχε μείνει πίσω και έστριψε απαλλαγμένος από καταδιώκτες στο δασάκι που οδηγεί στο παλιό το αεροδρόμιο του Τέμπελχοφ. Ήξερε ακριβώς που θα την βρει. Σε ένα μισοτελειωμένο κτίριο στην δυτική πλευρά του πάρκου κατεβαίνοντας. Εκεί έκαναν τα σκέιτ τους τα κουλ παιδιά. Και εκεί ήταν η κοπέλα με τους φίλους της. Λίγο πριν την συναντήσει, πήρε όσο περισσότερα ναρκωτικά μπορούσε από το βαλιτσάκι του που ήταν γεμάτο με εμπόρευμα αξίας τουλάχιστον 5000 ευρώ. Και είχε πάρει την απόφαση να τα πιεί όλα. Μόλις άρχισε να τον χτυπάει το md, πήγε με τα διεσταλλόμενα του μάτια και της λέει χαμογελαστά ''σε βρήκα'' ''όπα καλώς τον, πως σε λένε?'' ''Οι φίλοι μου με φωνάζουν σπορμπίλι'' ''εγώ είμαι η Μαρία'' . Η Μαρία ήταν ένα μικρό κορίτσι που ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερες περιπέτειες μπορούσε. Την έλκυαν όλοι όσοι ήταν διαφορετικοί σ' αυτόν τον κόσμο. Απλά δεν ήξερε ότι ο Μπίλης εκτός από τα πόδια του είχε χάσει και το μυαλό του για εκείνη. Περάσανε το απόγευμα τους, μέχρι ο ήλιος να δύσει γλυκά τρέχοντας πάνω στα σκέιτ. Όταν νύχτωσε, πίτα από τα ναρκωτικά και οι 2, η Μαρία τον προσκάλεσε να έρθει μαζί της σε ένα πάρτι στο σπίτι ενός φίλου. Ο Μπίλης μπήκε σαν σταρ. Ήταν η ατρακσιόν της βραδιάς για τους παριστάμενους. Αφού τους κέρασε όλους ναρκωτικά και απέφυγε τον πειρασμό να κλέψει ένα iphone που βρήκε στο τραπέζι, άρχισε να χορεύει πάνω στο σκέιτ κάνοντας μπρέικ ντανς. Η Μαρία τον έπιασε από τα χέρια και τον στριφογύριζε γύρω απ αυτήν κάνοντας κύκλους στο σαλόνι που μετατράπηκε σε πίστα. Λίγο αργότερα της αγκάλιασε τρυφερά τα πόδια της και άρχισε να τα φιλάει. Κάθισε η κοπέλα στο πάτωμα και τον φίλησε στο στόμα. Πήγαν αγκαλιασμένοι σε μια κάμαρα την κλείδωσαν και η κοπέλα ξάπλωσε ολόγυμνη στο κρεβάτι. ''Θα πηδηχτούμε υπέροχα, στο υπόσχομαι'' της είπε. Στο πρόσωπο της είδε για πρώτη φορά την ευτυχία. Την κοιτούσε στα μάτια και χανόταν μέσα τους. Έβγαλε ένα χαζό χαμόγελο ευτυχίας λίγο πριν λιποθυμίσει στην αγκαλιά της κουρασμένος από την ημέρα.  

Το επόμενο πρωί που ξύπνησε η κοπέλα δεν ήταν εκεί. Ξύπνησε νωρίτερα και έφυγε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να μείνει εξάλλου για πολύ με έναν άνθρωπο χωρίς πόδια. Τι να κάνει και αυτός τα μάζεψε και έφυγε. Το βαλιτσάκι του ήταν άδειο. Το έβαλε στον ώμο του και άρχισε να τσουλάει με το σκειτ προς το δρόμο. Βγαίνοντας από το σπίτι είδε το αφεντικό του με 2 φίλους του να τον περιμένουν για να τον σκοτώσουν. Με που τους πήρε χαμπάρι άρχισε να τρέχει. Εκείνοι τον πήραν από πίσω. Για καλή ή κακή του τύχη μπήκε σε μια τεράστια κατηφόρα και τους άφησε πίσω. Έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα δεν μπορούσε να φρενάρει και στο τέλος του δρόμου ήταν μια διασταύρωση με διερχόμενα αυτοκίνητα. Ερχόμενος με φόρα στη διασταύρωση έπεσε πάνω σε ένα αμάξι που δεν πρόλαβε να φρενάρει και τον τίναξε στα 5 μέτρα. Όταν αργότερα ήρθε το ασθενοφόρο ο Μπίλης ξεψυχούσε. Μέσα στο ασθενοφόρο νόμισε πως είδε το Μαράκι να του κρατάει το χέρι καθώς όλα άρχισαν να θολώνουν και να σβήνουν.      

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

περπατώντας στο σκοτάδι

περπατάς μες στο σκοτάδι, χωρίς αγάπη, χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα
ονειρεύεσαι ότι το μέλλον θα ρίξει λίγο φως αλλά το μέλλον ήρθε και ακόμα σκοτεινά
δεν είμαστε σαν τους κανονικούς ανθρώπους άλλωστε
χτυπάς την πόρτα του σατανά αλλά αυτός δεν ανοίγει
και σ' αφήνει απ έξω να κρυφακούς την ευτυχία χάνοντας κομμάτια του εαυτού σου
περπατάς μες στο σκοτάδι με ότι απέμεινε
και ότι απέμεινε είναι αυτές οι λέξεις να σε βαστάνε για να συνεχίζεις να περπατάς


 

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

to the next one


Η τσατσά με τη σφουγγαρίστρα στο χέρι, μου άνοιξε την πόρτα στο μπουδρελάκι του Αλτ Μαριεντχοφ, αφού έκανα καμιά ώρα να το βρω και έγινα μούσκεμα από τη βροχή. Της ζήτησα μια πετσέτα να σκουπιστώ από τα νερά κι από τον ιδρώτα του άγχους. Μαζί με την πετσέτα μου πρόσφερε καφέ και ένα μπολάκι καραμέλες. Ξετύλιξα μια, την έβαλα στο στόμα μου, από εκείνες τις μικρές αλλά στρόγγυλες, και μου ήρθε μια μπαγιάτικη γεύση καυτερής μέντας, χειρότερες κι από αυτές που σου προσφέρουν θείτσες σε μνημόσυνο. Αμέσως μετά με οδήγησε στο σαλόνι του κάστινγκ.Για Κυριακή μεσημέρι δεν είχε κίνηση και οι διαθέσιμες κοπέλες ήταν λίγες.Αφού παρατάχθηκαν στη σειρά, μπήκαν μια μια και κάναν την πασαρέλα τους με εσώρουχα. Εγώ, σαν άλλος κριτής καλλιστείων, έπραξα στο ακέραιο το καθήκον μου. Διάλεξα το ρωσσάκι με το γλυκό πρόσωπο και τον τουρλωτό κώλο, ο οποίος ήταν πιο αφράτος και από προφιτερόλ Ελενίδη. Μάλιστα είχε και ένα τατού με κερασάκι στο κωλομέρι της, για να κάνω το λογοπαίγνιο 'the one with the cherry on top' χωρίς να γελάσει καμιά με το ηλίθιο αστείο μου. Της είπα της τσατσάς το όνομα της κοπέλας και με έστειλε στο δωμάτιο. Μπήκα στο δωμάτιο κι άρχισα να ξεντύνομαι χαζεύοντας το είδωλο της ερωτικής μπυροκοιλιάς μου στον καθρέφτη του ταβανιού. Λίγο μετά μπήκε και το ρωσσάκι με σκοπό να ξεμπερδέψει γρήγορα με εμένα.Έλα όμως που δεν ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και δε μου έκανε κούκου. Απεναντίας μου συρρικνώθηκε.
'Τί θα γίνει?' με ρωτάει ενοχλημένη από την καθυστέρηση. 
''Συγχωρήστε με δεσποινίς,αλλά δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που μου συμβαίνει. Τι να κάνω?'' 
''Να χαλαρώσεις. Έχεις δοκιμάσει να πιεις λίγο κρασάκι πριν?''
''Έχω δοκιμάσει ότι γνωρίζω. Για αυτό ήρθα σε εσάς, να δω όντως αν υπάρχει πρόβλημα. Το φανταζόμουν ότι υπήρχε πρόβλημα''
''τι πρόβλημα?''
''φοβάμαι ότι δε μπορώ να αποδώσω.''
''και που νομίζεις ότι οφείλεται?''
''στο γεγονός ότι είμαι αγχωμένος''
''Γιατί είσαι αγχωμένος?''
''γιατί αυτή είναι η φύση μου. Να μην αντιδρώ τη στιγμή που πρέπει και αγχώνομαι..
''τι αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή?''
'μόνο φόβο. όλα τα άλλα σκαλώνουν. 
πόσο χρόνο έχουμε ?''
''άλλα 10 λεπτά''
Ωραία. Οπότε, είχα δεν είχα, άρχισα πάλι να ξαπλώνω σ'ένα κρεβάτι και να κάνω αυτό που μπορώ να κάνω καλύτερα από το σεξ, δηλαδή να αφηγούμαι τα πρόσφατα κεφάλαια των βαρετών γκομενικών απομνημονευμάτων μου σε γυναίκες που δε μου κάθονται ούτε επι πληρωμή. 
''Που λέτε δεσποινίς, περιμένω μια κοπέλα την κοπέλα των ονείρων μου.Την ονειρεύομαι όλη την ημέρα. δε μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου''
''τι σου έκανε και είναι των ονείρων σου?''
''είναι η εικόνα που μου δείχνει πως είναι η ευτυχία αυτή τη στιγμή. ''
''πόσο καιρό την ξέρεις αυτή την κοπέλα?''
''εδώ και λίγους μήνες''
''ζει στο Βερολίνο?''
''όχι, είναι αγγλίδα, αλλά έρχεται σε λίγο να κάνει διακοπές και θα γνωριστούμε. και θέλω να μαι έτοιμος, καταλαβαίνετε''
όχι ιδιαίτερα, νομίζεις ότι σε θέλει?
''εγώ τη θέλω δε νομίζω να με θέλει αυτή.  αλλά την τελευταία φορά που μιλήσαμε μου έκανε κάτι μαγικό''
''και πιστεύεις ότι αυτό είναι έρωτας? που το βασίζεις?''
''όλοι αυτοί που ερωτευτήκατε δεσποινίς πιστεύετε ότι είχατε κάποιον ισχυρότερο λόγο? Ότι θέλει ερωτεύεται κανένας, έτσι αυθαίρετα. Για λόγους που δεν ξέρει ούτε ο ίδιος. Εγώ ερωτεύτηκα μια εικόνα''
''και πιστεύεις ότι αυτό θα πετύχει?''
''Δε ξέρω, αλλά θα θελα να ήμουν αισιόδοξος. Να της δείξω τα αγαπημένα μου μέρη στην πόλη, Να την κάνω βόλτες στο πάρκο του Hasenheide, εκεί που το έδαφος με το γρασίδι γίνεται κυρτό και να ξαπλώνουμε αγκαλιά, να την πάω σε ένα όπεν ερ και να πάρουμε ναρκωτικά μαζί χορεύοντας αγκαλιασμένοι στη βροχή, να περπατήσουμε τις γέφυρες και να βλέπουμε τα ποτάμια μιλώντας για ασήμαντα πράγματα, να ξενυχτάμε ως το πρωί σε κλαμπς, να κάνουμε έρωτα το πρωί που θα ξυπνάμε και να της κάνω εξομολόγηση στο αγαπημένο μικρό πάρκο της γειτονιάς μου σε ένα παγκάγκι απέναντι στη λιμνούλα λέγοντάς της ότι θα ήθελα να πάρω ένα αεροπλάνο την επόμενη φορά και να την ξαναδώ''
''και γιατί ήρθες εδώ?''
''γιατί δεν ξέρω πως να της κάνω έρωτα''
''τότε ήρθες σε λάθος μέρος. Ο χρόνος μας τελείωσε''

Όταν τελικά έφτασε, προς μεγάλη μου έκπληξη όλα λειτούργησαν σωστά εκτός από την αφραγκία μου γιατί τα έφαγα όλα στα ρούχα που θα με έβλεπε. Για πρώτη φορά στη ζωή μου που η πραγματικότητα αποδείχτηκε πιο γενναιόδωρη από τις φαντασιώσεις μου

Την είχα στα χέρια μου επιτέλους, ήταν ζωντανή, ήταν εκεί αλλά και ένιωθα τίποτα,, αλλά η στιγμή περνούσε και δεν θα υπήρχε καμιά άλλη ευκαιρία να περάσει από μέσα μου.
Ήμουν καυσόξυλο περιλουσμένο με βενζίνη περιμένοντας τη στιγμή που θα με πάρει κατά τύχη καμιά σπίθα. Και ξαφνικά, άρπαξα φωτιά.
Κι όταν περνάει από μέσα σου, μέσα από τη ζωή σου, τίποτα δεν σκέφτεσαι, τίποτα δεν αξιολογείς, τίποτα δεν κάνεις λάθος, όλα τα βιώνεις, και η στιγμή σου μένει καρφωμένη να την παίζεις στο ριπιτ κάθε φορά που θες να θυμηθείς.
Έφτασα εκεί που δεν πήγα ποτέ.
Ήμουν ένα άγριο ζώο που έτρεχε να πιάσει την αστραπή θέλοντας να πεθάνει ή να κερδίσει την αιωνιότητα.
Μετά την πήρα στην αγκαλιά μου.
Λίγο πριν αποσυντεθώ από την κούραση, νόμισα ότι την είδα να με κοιτάει, με τα μάτια μισόκλειστα, και να μου χαμογελάει.
Νόμιζα ότι μου έλεγε 'μην ανησυχείς για τίποτα, είμαι δικιά σου'.
Το επόμενο πρωί είχε πάει στην άλλη άκρη του κρεβατιού κάνοντας την απόσταση που μας χωρίζει να φαίνεται χιλιόμετρα και ένιωθα το κρύο στο δωμάτιο. 
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Μόλις έκλεισε την πόρτα και εξαφανίστηκε, άρχισε να τρέμει το χέρι μου.
Ερχόταν στο νου μου όλα τα τρομακτικά σενάρια. Είχα βγει μαζί της την προηγούμενη στο ae  και ένας ωραίος γκόμενος απέναντι αλλά μεγάλο αρχίδι και μια μέρα θα τονε βρώ και θα τον γαμήσω στο ξύλο, της έκλεινε το μάτι παρά το national geographic άγριο βλέμμα που του ριξα. Το πρωί είδα ένα χαρτάκι με ένα τηλέφωνο που μάλλον της έδωσε εκείνος. Πήρα ένα μπουκάλι τζιν και άρχισα να το πίνω μεσημεριάτικα. Οι μέρες κύλησαν χωρίς να με ειδοποιήσει. Την έψαχνα απεγνωσμένα στο ξενοδοχείο της μα δε τη βρήκα. Ένιωθα ότι μαχαιρώθηκα.

Έκανα απογραφή να δω τι μου είχε μείνει
-ένα ολοκαίνουργιο κρεβάτι (πριν έρθει αυτή δεν είχαμε, κοιμόμασταν σ' ένα στρώμα σαν τα ζώα στο πάτωμα)
-κάτι καλοκεντημένα βίνταζ σεντόνια και μαξιλάρια (να αφήνει τα χύσια της και τον ιδρώτα της πάνω τους)
-μια γλάστρα τριαντάφυλλα (που ήθελα να της κόψω και να της δώσω ένα- να μαλάκα #self_facepalm)
-ένα πολύ μοδάτο αδιάβροχο (που αγόρασα 2 μέρες πριν έρθει και μου τέλειωσαν τα λεφτά τη μέρα που ήρθε, αλλά ευτυχώς της άρεσε)
-κάτι μάπα t-shirt (που δεν της πολυαρεσαν- ούτε εμένα να πω την αλήθεια)
-ένα πανάκριβο πανέμορφο πουκάμισο (που ποτέ δεν είδε, γιατί ήθελα να με δει Παρασκευή βράδυ να το φοραώ- αν και ομολογώ ότι την ώρα που το πλήρωνα στο ταμείο ένιωσα πολύ κακούς οιωνούς)
-μια σχεδόν κλειστή καπότα (που την έχω αφήσει ακόμα στο ράφι γιατί δεν ξέρω ακόμα αν λειτουργεί ή αν θα πρέπει να την κρατήσω για ενθύμιο)
-μια τρίχα απ' τα αραιά μαλλιά της στο τραπέζι μου (που την χάνω και την ξαναβρίσκω κάθε 2-3 μέρες)
-ένα αφόρητα κοινότυπο ποτήρι τσάι (που μου κανε δώρο για να βγει από την υποχρέωση), ενώ δεν πίνω καν τσάι- γαμώ το φελέκι μου, την στιγμή που έφαγα 3 ώρες brainstorming από τη ζωή μου να της βρω ένα δώρο που θα της αρέσει, αλλά τουλάχιστον αυτή τη στιγμή βάζω το τζινάκι μου μέσα σ'αυτό ενώ έχω μετατρέψει τη βάση του σε σταχτοδοχείο
-κάτι αδιάφορες καρποστάλ που πέταξα, αλλά κράτησα τη μια, εκείνη που μ' άρεσε, και την έκανα κορνίζα μέρες αργότερα, στον τοίχο πλάι στο καινούργιο μου κρεβάτι, από την πλευρά που κοιμότανε, για να ξυπνάω κάθε πρωί και να τη βλέπω, μπας και πάρει φωτιά το μάτι μου κι αρχίσω να τρέχω 
- κάτι αναπάντητες ερωτήσεις στο κεφάλι μου και αρκετά αναπάντητα μεθυσμένα σταλμένα μηνύματα στο κινητό μου
- ένα χαλασμένο κολιέ, που έσπασε πάνω στο κρεβάτι, και την αλυσίδα του την έχω  στην κρεμάστρα που κρεμάω τα κλειδιά μου, ενώ το πετράδι το κουβαλάω πάντα στην τσέπη μου.
-και ένα όμορφο μέρος να πηγαίνει το μυαλό σου όταν χρειάζεται να πάει, προσπαθώντας να την ξεχάσεις.
 Όσο για αυτά που χάθηκαν, από τη στιγμή που έφυγε εξαφανίστηκαν κομμάτια μου. το μυαλό μου, το ποδήλατο μου που το άφησα μια μέρα ξεκλείδωτο για να πάω για τζινάκια στο απέναντι σούπερ μάρκετ, η δουλειά μου που παραιτήθηκα, το μέλλον μου.
Η επιστροφή στην καθημερινότητα έμοιαζε σαν την άμαξα του παραμυθιού που ξανάγινε κολοκύθα αφού πέρασαν τα μάγια. Κοιτούσα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη και έμοιαζε σαν μια μαύρη τρύπα που ρουφούσε τη ζωή από πάνω του.

Έπρεπε να συνέλθω. Πήγα στο badeschiff που είχε open air εκεί που βρίσκονταν όλοι οι τουριστοκάνγκουροι της πόλης να βουτάνε σε μια κρύα πισίνα να βουτάνε με τα μαγιό τους. Μια φακλάνα μάλιστα ήρθε και με το μπραζίλιαν και βγαίνοντας της προεξείχε το ταμπόν. Η αποστολή μου ήταν να κάνω το σκουπιδιάρικο μαζεύοντας την πρώτη μεθυσμένη γκόμενα για να την στριμώξω.Βρήκα την πρώτη κοπέλα που με κοίταξε μόνη γύρω στα 20. Την πλησίασα.''έχεις ωραία μάτια'' της είπα το πρώτο που μου κατέβηκε στο κεφάλι ''θες να χορέψουμε?'' μου πρότεινε και άρχισα να χορεύω σα γλοιώδης καραγκιόζης μπας και μου κάτσει. Και μου κατσε, μετά από μια κουραστική κουβέντα αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα αν ήσουν ένα αγράμματο 20 χρονο από την Πολωνία. Αργότερα καταλήξαμε σε μια ταράτσα ενός κτηρίου που έκαναν πάρτι μια παρέα της. Εκεί ξαπλώσαμε αγκαλιά κάτω από τα αστέρια. Την επόμενη έπρεπε να γυρίσει πίσω στην Πολωνία. Με πήρε στο τηλέφωνο και μιλούσαμε με τις μέρες. Μου έγραφε συνέχεια από το σπίτι της. Είχα αφήσει όλες μου τις δουλειές πίσω περιμένοντας σαν τρελός να ξανάρθει την άλλη εβδομάδα. Πίστευα ότι ήταν κάτι ξεχωριστό όπως όλοι οι μη ξεχωριστοί άνθρωποι που θα θέλαμε να ναι ξεχωριστοί για να μας δίνουν νόημα. Προς στιγμήν το ψυχολογικό μου ανοσοποιητηκό σύστημα πείστηκε ''για να μιλάμε τόσες ώρες, ξεχωριστή θα ήταν άρα''. Η μνήμη της αγγλιδούλας, αν και νωπή άρχισε να με πονάει λιγότερο. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μου δεν μπορούσε να φύγει με τίποτα και αυτό συνέχιζε να με κάνει κουρέλι με τον τρόπο του.
Με κοιτούσε στο κρεβάτι και μου έλεγε είσαι άσχημος, έχεις 2 τρίχες στο κεφάλι σου, και τα μάτια σου είναι νεκρά, άψυχα αλλά λατρεύω τη φωνή σου και τον τρόπο που μου μιλάς
''εσύ θα με κάνεις όμορφο'' της απάντησα
''εσύ θα πρέπει να γίνεις όμορφος μόνος σου''
 Μετά με πιάσανε τα σάλια και της έλεγα πράγματα που δε φανταζόμουν. Για πρώτη φορά είδα τον εαυτό μου να κάνει οικογένεια και από άντρας να γίνεται πατέρας και όλες αυτές τις μπούρδες που μπορεί να φανταστεί κάποιος που τα χει χαμένα.
''Θες να αρραβωνιαστούμε? να ζήσουμε μαζί?''
''Αμέ''
''Θα το κανονίσω αύριο, θα σε πάω σε ένα ωραίο εστιατόριο που με είχε πάει ο συγκάτοικος την πρώτη μέρα που ήρθα σ'αυτήν την πόλη, σε ένα ιταλικό φίνο, κοντά στο σπίτι που ζούσε ο Bowie. Μέχρι τότε θα έχω διαλέξει και δαχτυλίδι.
Γυρνώντας σπίτι τελείως μεθυσμένος,άρχισα να σπάω το δωμάτιο μου από ένα περίεργο τριπάκι ευφορίας. Ένιωθα ότι έπαιρνα την εκδίκησή μου από το σύμπαν, από την αγάπη που όλο την έψαχνα και ποτέ δεν την έβρισκα, από τον παλιό μου εαυτό. Το δωμάτιο μου ήταν ήδη ακατάστατο και φώναζα ότι αυτό δεν είναι ένα δωμάτιο ενός ανθρώπου που ελέγχει το χώρο γύρω του και έπρεπε να ξαναφτιαχτεί. Έσπασα τη βιβλιοθήκη το τραπέζι το φτηνό κρεβάτι, πέταξα τα μπιχλιμπίδια και την τρίχα από τα μαλλιά της αγγλιδούλας. Ήθελα μια αλλαγή.
Την επόμενη, μπήκα στο κοσμηματοπωλείο και διάλεξα ένα όμορφο και φτηνό δαχτυλίδι μιας που δεν μου είχε μείνει μια και άρχισα να ψάχνω για δουλειά να φύγω από το σπίτι του κολλητού μου, να βρω ένα δικό μου και να ζήσω μαζί της.
Στο εστιατόριο αφού ανταλλάξαμε κάποια γλυκόλογα της έβγαλα το δαχτυλίδι.
''δεν είμαι σίγουρη''
''γιατί?'
''γιατί δεν ξέρω''
''μη μου το κάνεις αυτό αφού το ξέρεις ότι μόνο εσένα θέλω''
Εκείνη την ώρα πήρε το μάτι μου να κάθεται απέναντί μου εκείνος ο τύπος από το ae που χαμογελούσε στην αγγλιδούλα μου. Μόλις τον πήρα χαμπάρι ότι είναι εκείνος, το χέρι μου άρχισε να τρέμει
''δε μου το χεις αποδείξει ακόμα. Τα μάτια σου είναι ακόμα άψυχα'' πρόλαβε να μου πει καθώς σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του
''Εσύ είσαι εκείνο το πουστράκι που χαμογελούσε στην κοπέλα μου πριν από λίγο καιρό στο ae?
''ε?''
πήρα το κεφάλι του και το έριξα στο τραπέζι με δύναμη. μετά του έκανα κεφαλοκλείδωμα και άρχισα να του ρίχνω μπουνίδια στο πρώσοπο. Με αρπαξε και πέσαμε κάτω μαζί. Μου έριξε μερικές αλλά τον βαρούσα με όλη τη δύναμη που είχα. Του ριξα και μια κουτουλιά στο μέτωπο κα λιποθύμισε. Το μάτι επιτέλους πήρε φωτιά και άρχισε να γυαλίζει. Η Πολωνίδα με κοίταξε και σάστισε τρομαγμένη. Με μαζέψαν οι υπόλοιποι θαμώνες και με πέταξαν έξω με τις κλωτσιές. Ο υπεύθυνος μου ριξε και αυτός μερικές και η μύτη μου άρχισε να ματώνει και το μάτι μου να πρήζεται. Η κοπέλα πριν εξαφανιστεί μου είπε ''για αυτό δεν ήμουν παλιοψυχάκια''
Γύρισα σπίτι και αφού είδα το μάτι μου μελανιασμένο και τη μπλούζα μου γεμάτη αίματα είδα έναν πραγματικά ταλαιπωρημένο άνθρωπο στον καθρέφτη. Κάθισα έξω στο μπαλκόνι και περίμενα τον κολλητό μου να γυρίσει από τις διακοπές. Με το που άκουσα τον ήχο με τις ρόδες της βαλίτσας του να πλησιάζουν το σπίτι ψιλοχάρηκα. Με το που μπήκε σπίτι αναρωτήθηκε πως έγινα έτσι
''όχι άλλο μόνοι'' του είπα
''΄έχουμε κακομεταχειρηστεί τους εαυτούς μας'' μου απάντησε
συμφώνησα.




 

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ο κωλόγερος & η θάλασσα

Κάθε μέρα έφευγε και ένα κομμάτι του στην θάλασσα που ονειρεύονταν. Η ώρα είχε πάει 10 μμ και οι γέροι στο γηροκομείο ροχάλιζαν του καλού καιρού σαν κομπρεσέρ. Ακόμα και η καταραμένη γρια με την άνοια, στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν, ωστόσο συνέχιζε να παραμιλάει στον ύπνο της ότι την κλέβανε. Ο κωλόγερος, φορώντας το κουστούμι του, με την καρτ ποστάλ της παραλίας στο στήθος του, ξαπλωμένος ανάσκελα, είχε αποφασίσει να εκτελέσει το σχέδιο της απόδρασης του που τόσο καιρό σχεδίαζε. Δυο χειρουργικά ανοίγματα στο στήθος, ένα στον προστάτη λόγω καρκίνου και μια παραφροσύνη, δεν ήταν αρκετές να τον κρατήσουν στο δωμάτιο του γηροκομείου. Αν αυτά που παραμιλούσε η γριά ήταν αλήθεια, θα ήταν πλούσιος το επόμενο πρωί και θα έχτιζε ένα αυθαίρετο κοντά στην παραλία της καρτ ποσταλ. Παιδιά-σκυλιά-εγγόνια-περιουσία δεν είχε, εκτός από μια πλούσια συλλογή από κάθε χρώματος χάπια. Ήταν ένα κουρασμένο κορμί που έκανε το λάθος να παρατείνει τη μίζερη ζωή του επειδή φοβόταν τον θάνατο.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε προς το συρτάρι της γριάς, έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού της, πήγε και τράβηξε από τον λαιμό της το κρεμαστό που είχε μαζί με έναν σταυρό και το κλειδάκι από ένα σεντούκι. Η γριά αμέσως άνοιξε τα μάτια και φώναξε ''βοήθεια ληστεία''. Πριν προλάβει να υψώσει τον τόνο της φωνή της έχωσε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με όση  δύναμη του είχε απομείνει την πίεζε. Μπορεί να έτρεμε και να αντιστεκόταν, αλλά το σώμα της παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Χάρη της έκανε, ήταν το δώρο του προς εκείνη και προς εκείνον γιατί τόσα χρόνια του τα είχε πρήξει και στο πρόσωπό της εκδικούνταν όλους τους μαλάκες του γηροκομείου.

Άνοιξε προσεκτικά το παράθυρο του δωματίου, έριξε το Π απαλά στο χορτάρι, ώστε να μην κάνει θόρυβο και ευχήθηκε να μην σπάσει κανένα κόκαλο καθώς πηδούσε από το μισό μέτρο. Κάτι ένιωσε να πονάει στη μέση και τους γλουτούς, αλλά σηκώθηκε και συνέχισε προς τον φράχτη. Είχε γερή κράση. Εκεί έβγαλε το ψαλίδι του κηπουρού που του το είχε κλέψει μια μέρα και έκοψε σιγά σιγά τα σιδερένια δίχτυα. Αφού τα έσπρωξε με το Π του, βγήκε κύριος στον δρόμο και κάλεσε ταξί.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της γριάς, γνωρίζοντας ότι δεν κατοικεί κανένας, μιας οι υπόλοιποι περιμένανε με αγωνία να πεθάνει για να κληρονομήσουν το σπίτι. Η γριά ήταν όλα αυτά τα χρόνια ένα φτωχό παράσιτο που έβλεπε όλη τη μέρα τηλεόραση και ζούσε εις βάρος των άλλων που εύχονταν να πεθάνει. Κανένας επισκέπτης της, δεν την πίστευε  και όλοι χαμογελούσαν ειρωνικά με τα παραμιλητά της ότι είχε λίρες κρυμμένες σε κάποιο σεντούκι. Κανένας πάντως δεν είχε μπει στο σπίτι που μύριζε ξηραμένα κόπρανα της γριάς πασαλειμμένα στους τοίχους, ύστερα από ένα παραλήρημα που είχε, λίγο πριν μπει μέσα, ότι εισέβαλλαν οι κλέφτες, γιατί το σπίτι ήταν άνω κάτω. Κανένας από το σόι της δεν πίστεψε την ίδια ιστορία που επαναλάμβανε στον κωλόγερο κάθε μέρα .Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ψάξει σωστά. Το σεντούκι ήταν κρυμμένο σε μια τρύπα πίσω από το εικονοστάσι. Το πήρε, το ξεκλείδωσε και το άνοιξε. Εκεί βρήκε 500 δολάρια που τις τα είχε στείλει ο άντρας της όταν ζούσε. Αυτός ήταν όλος και όλος ο θησαυρός της μακαρίτισσας. Το μόνο που μπορούσε να αγοράσει ήταν μια μικρή τετράχρονη γουρούνα για να πάει στην παραλία που δεν απείχε και πολύ. Εξάλλου μόλις είχε διαρρήξει το σπίτι της μάνας του κι έπρεπε να την κάνει. Έριξε έναν ύπνο αφού πήρε τα χάπια του και ξεκίνησε το επόμενο πρωί για την αντιπροσωπεία μηχανών.   


Αφού γέμισε το ντεπόζιτο με βενζίνη, έβαλε το κωλοΠ του στο πίσω μέρος της μηχανής και την καβάλησε. Άρχισε να τρέχει στα ανοιχτά του δρόμου, με τη σπίθα στην καρδιά του, μυρίζοντας ελευθερία και ανακαλύπτοντας κάθε δευτερόλεπτο τη διαδρομή. Θυμήθηκε ότι μια ζωή είχε κουραστεί να τρέχει χωρίς σκοπό.Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να παρκάρει τη μηχανή του και να σταματήσει τη διαρκή του ανυπαρξία μπροστά στο μαγικό τοπίο, το οποίο επιθυμούσε τόσο καιρό να το επισκεφτεί και να βρει τη γαλήνη του. Κάθε χιλιόμετρο που περνούσε, ένιωθε να γεμίζει ακόμα περισσότερο με την σκέψη ότι βρήκε επιτέλους ένα μέρος τόσο όμορφο και καθαρό και θα χανόταν σε αυτό με τις ώρες χαζεύοντας την παραλία και το δάσος που βρίσκονταν πίσω από αυτήν. Να εισπνεύσει τη μυρωδιά της θάλασσας και των άγριων φυτών που θα υπήρχαν μέσα στο δάσος ακούγοντας τους ήχους των πουλιών που ζούσαν λίγο πιο βαθιά μέσα του.

Σε λίγα λεπτά έφτανε σύμφωνα με τον χάρτη στην τελευταία στροφή. Με το που έφτασε, παράτησε τη μηχανή χωρίς να κοιτάξει πίσω του αν την κλείδωσε. Ο καιρός δεν του έκανε το χατίρι και άρχισε να περπατάει στη συννεφιά. Μπήκε μέσα στο δάσος. Με το που πάτησε τα πόδια του τον έπιασε μια θλίψη. Ήταν σκοτεινό, καμένο από εμπρησμό, άηχο και άοσμο. περπατούσε στα αποτεφρωμένα δέντρα και δεν άκουγε τίποτα, γιατί δεν υπήρχε καμιά ζωή μέσα τους. Το μόνο που τον ανατρίχιαζε ήταν ότι τα δέντρα ήταν όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.Έβλεπε μόνο στάχτες και έτσι, προχώρησε προς την παραλία, λέγοντας στον εαυτό του 'δεν πειράζει, δε γίνεται να τα έχουμε όλα έστω, ας είναι όμορφη η παραλία και ήρεμη να την απολαύσω ακουμπώντας τα πόδια μου στην αμμουδιά'. Ξαφνικά άρχισε να ακούει τα κύματα της θάλασσας, έτρεξε προς τον ήχο της σαν τρελός, σαν να ταν η τελευταία φορά που θα έτρεχε στη ζωή του.Έτρεχε θέλοντας να γλιτώσει από τον θάνατο και έφτασε στην παραλία που ήταν η ίδια της καρτ ποστάλ αλλά τραβηγμένη πριν χρόνια όταν ήταν ακόμα έρημη, καθαρή και της είχε απονεμηθεί το βραβείο της γαλάζιας σημαίας που είχε χάσει προ πολλού. Είδε μπροστά του μια παραλία όμορφη σε σχήμα, αλλά κατεστραμμένη  από κάθε είδος ανθρώπου και ζώου που είχε πατήσει πάνω της και γεμάτη σκουπίδια. Το γαλάζιο είχε γίνει ένα εμετικό καφέ. Τα κύματα τότε έσκαγαν τόσο δυνατά που ήταν αδιανόητο να κολυμπήσει κανείς σ' αυτήν. Σύντομα άρχισε να βρέχει και να φυσάει δυνατά. Η θάλασσα εκδικούνταν όλους αυτούς που κατέστρεψαν την παραλία της και έτσι όπως την κοίταξε κατάλαβε τα πάντα για εκείνη.Έβλεπε στα μάτια της το απόλυτο χάος. Ταίριαζε με το χάος στα μάτια του. 

Προς στιγμήν αποφάσισε να φύγει απογοητευμένος,όχι μόνο γιατί δεν ήταν αυτό που περίμενε, αλλά επειδή ήξερε ότι ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξει.Πήγε να καβαλήσει τη μηχανή του με σβησμένη κάθε σπίθα της εικόνας και μυρωδιάς στο μυαλό του. Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Ακόμα και αν ήταν κατεστραμμένη και βρώμικη, αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία και να κάνει μια τελευταία βουτιά.Έβγαλε τα ρούχα του, που τα σήκωσε αμέσως ο αέρας, και γυμνός βούτηξε στα πελώρια κύματα που τον παρέσυραν στα βαθιά. Εκεί στα βαθιά όλα έμοιαζαν καλύτερα. Έριξε ένα δάκρυ χαράς που ακόμα κι έτσι βρήκε την θάλασσά του και πέθαινε σε εκείνη. Εκεί χάθηκε για πάντα μέσα της και δεν βρέθηκε το σώμα του ποτέ. Τότε ένα ισχυρό κύμα, παρέσυρε όλα τα μπάζα και τα σκουπίδια προς τα μέσα και η παραλία καθάρισε. Το επόμενο πρωί η παραλία άρχισε να μοιάζει πάλι ίδια με εκείνη της καρτ ποστάλ.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

both sides now: το χάος και η λύτρωση





Τα χέρια του τρέμουν. Και αφού οι υποψήφιοι εργοδότες από την Ηershey, δεν κατάλαβαν το ψέμα που τους πουλούσε, λέει ο DON: “I’m sorry – I have to say this because I don’t know if I’ll ever see you again. I was an orphan. I grew up in Pennsylvania. In a whore house. So I read about Milton Hershey in school, in magazines, or some crap the girls left by the  toilet… and I read that some orphans had a different life there. I could picture it. Dreamt of it. Being wanted. Because the woman who was forced to raise me would look at me every day and she hoped I would disappear. The closest I got to feeling wanted was from a girl who made me go through her johns’ pockets while they screwed. If I collected more than a dollar, she’d buy me a Hershey bar. And I would eat it. Alone. In my room. With great ceremony. Feeling like a normal kid. And it said “sweet” on the back. It was the only sweet thing in my life.”... ενώ καταρρέει με την κάθε λέξη και ταυτόχρονα οι συνεργάτες του συνειδητοποιούν ότι είναι ανεπιθύμητος. Και τότε αποφασίζει να ναι δίπλα στην κόρη του, που την έχασε επειδή ένιωθε πάντα μόνος και ήθελε να πηδάει όποια σάπια γκόμενα του κάτσει. Όποια βρεθεί στο δρόμο του να δωθεί ολοκληρωτικά. Γιατί δεν ήθελε να ναι μόνος. 
...Κι αφού έχασε και τη γυναίκα του και τη δουλειά του, πήρε βόλτα τα παιδιά του, τους έδειξε το παλιό κτίριο που στεγάζονταν το πορνείο, και λέει στην κόρη του ''this is where i grew up'' .Κι εκείνη τον κοιτάζει με νόημα σαν να τον συγχωρεί...
..μουσική.
Και μετά έρχεται η λύτρωση του Don (και όλης της παρέας). Όλη την ώρα εξομολογούνταν ψάχνοντας για συγχώρεση. Γιατί η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι να πιστεύεις ότι ο θεός δε μπορεί να σε συγχωρήσει. Γιατί ενδίδεις συνέχεια στην ίδια αμαρτία. Και ξανά και ξανά και ξανά, να δίνεσαι στον πρώτο άνθρωπο που συναντάς απελπισμένος. Διότι η συνεχής επανάληψη της αμαρτίας σε κάνει να πιστεύεις ότι δε θα αλλάξεις ποτέ και πάντα θα καταλήγεις μόνος και δεν αξίζεις συγχώρεση, και για αυτό δε μπορείς να συγχωρέσεις τον εαυτό σου. Και έτσι πέφτεις στα μάτια σου και μετά στα μάτια των δικών σου. Και θα έδινε τα πάντα για την κόρη του, για να την έχει πίσω, ακόμα και τη δουλειά του και τη γυναίκα του και τη ζωή του. Να την έχει κοντά του, καθώς τον βλέπει ενώ πίνει.

 Μad men σ' ευχαριστώ που ξεπέρασες στην καρδιά μου το επεισόδιο Ηouse md s05e24 '' both sides now'' γιατί μέσα από το χάος ενός επεισοδίου, μας έφερες τη λύτρωση. Σε όλους τους χαρακτήρες. Ο Πητάκος λυτρώθηκε από τη μάνα του, ο Στερλινγκ συνάντησε το παιδί του, η εταιρία λυτρώθηκε από τις μαλακίες του Don, η γυναίκα του λυτρώθηκε από τα συνεχόμενα κέρατα και τις μαυρίλες του, και η κόρη του είδε επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο.''Αγάπη μου συγχώρα με, ζούμε όλοι στο ίδιο μπουρδέλο που εγώ δημιούργησα και ψάχνουμε τους σωστούς ανθρώπους να μας αγαπήσουν''.Και μαζί τους λυτρώθηκαν και οι τηλεθεατές .Γιατί αυτοί το ξέρουν ήδη και δε χρειάζεται η σειρά διαφήμιση.



But now
So many things I would have done, but clouds got in my way

I've looked at clouds from both sides now
From up and down and still somehow
It's cloud's illusions I recall
I really don't know clouds at all Moons and Junes and Ferris wheels the dizzy dancing way you feel
As every fairy tale comes real, I've looked at love that way
But now it's just another show, you leave 'em laughin' when you go
And if you care don't let them know, don't give yourself away
But something's lost but something's gained in living every day



they only block the sun they rain and snow on everyone