Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

A very short story


Ήταν 2 φιλαράκια στην Αιθιοπία με τις κοιλιές τούμπανο και πεινούσαν. Κάποτε, βρήκαν ένα καρβέλι ψωμί. Το πιο μαλακισμένο από τα 2 το φαγε μόνο του. Το άλλο πέθανε. Και το μαλακισμένο έμεινε μόνο. The End.

Νάσιοναλ τζεογκράφικ


O X είναι στο σπίτι του, έχει ανοίξει πάλι τα μπουκάλια τα κατεβάζει μονορούφι και αρχίζει να κλαίει σαν μωρό. Εκεί που η μέρα του σήμερα δεν έκρυβε συγκινήσεις, είχε πάρει και τα χαπάκια του, και προορίζονταν για μια ήρεμη νύχτα, μέχρι που άνοιξε τον υπολογιστή του. Έπρεπε να την είχε μπλοκάρει από τη μέρα που χώρισαν, αλλά ήθελε να φανεί δυνατός. Έχουν περάσει 3 χρόνια και ακόμα δε βρήκε τη δύναμη να την ξεχάσει. Ίσως μάλλον είχε να κάνει οτι τα κυβικά του ήταν πιο κάτω από αυτό το πανέμορφο πλάσμα που είχε την τιμή να τον ερωτευτεί για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Το πιο όμορφο πλάσμα εντωμεταξύ ωρίμασε, βρήκε έναν που ο μπαμπάς του είχε λεφτά και η θέση του σε αυτόν τον κόσμο ήταν πλεονεκτικότερη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προσελκύει και πολλούς φίλους. Και να είναι το πιο αγαπητό παιδί στον υπάρχον κόσμο. Και στον υπάρχον κόσμο είναι γνωστό οτι οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Αν κοιμήθηκε η τύχη καμιά μέρα και τους έδωσε και αυτούς μια θεσπέσια γεύση ικανοποιησης και πληρότητας τους το πήρε πίσω 1000 φορές. Εξάλλου από όσο πιο ψηλά πετούσες, τόσα περισσότερα κόκκαλα θα σπάσεις όταν η βαρύτητα θα επαναφέρει την τάξη. Κάθε μήνα έκανε μαζί του και από ένα ταξίδι σε ένα εξωτικό μέρος. Ήταν μικρή και εντυπωσιαζόταν από αυτά. Φορούσε και τα ακριβά της ρουχάκια και έδειχνε θεά. Όλοι θέλαν και από ένα κομμάτι της, αλλά Ο ΑΛΛΟΣ το έτρωγε όλο. Ο Χ θυμήθηκε πως την κοιτούσε στα μάτια. Ο Χ δεν είχε ούτε φίλους ούτε προκοπή. Το μόνο που είχε ήταν αυτή. Και έβλεπε τις φωτογραφίες της από τα ταξίδια της στο ίντερνετ. Και μετά είδε την αναγγελία γάμου. Και είδε και τις χοντρές πεθερές. Και είδε και τους βλάχους να χορεύουν. Και είδε και το καινούργιο τους σπίτι μαζί με τις καριόλες φίλες της που την συμβούλευαν να παρατήσει τον Χ και να πάει με τον mr κλαίν. Και είδε και το γιότ όπου έκανε το μπανάκι της σε μια εξωτική παραλία στις μπαχάμες. Και μια μέρα την είδε και με την κοιλίτσα τούρλα στον 4ο μήνα. Αλλά εκεί που έσπασε ήταν εκεί που την είδε να την έχει στην αγκαλιά του με εκείνο το φόρεμα που φορούσε παλιά και ήταν και στα δικά του πόδια κάποτε. Και εκεί ήταν που βγήκε έξω στον δρόμο με τον σουγιά στην τσέπη.
Το παρείστικο μαγαζί με τους φλώρους όλους να είναι μαζεμένοι σε ένα τραπέζι είναι ψιλοάδιειο εκτός από αυτούς. Ο Χ το ξέρει καλά γιατί τους είχε πάρει από πίσω αρκετά βράδια που παρίστανε τον ντέντεκτιβ και για κακή τους τύχη τους βρίσκει εκεί. Αυτή εξακολουθεί να μην προσέχει και να έχει το χαμόγελο της ευτυχισμένης μανούλας. Αυτός περιμένει καρτερικά να τελειώσουν την έξοδο και να φύγουν προς το καινούργιο τους σπίτι. Κανένας ακόμα δεν πρόλαβε να δει κανέναν. Το ευτυχισμένο ζεύγος κατευθύνεται προς το πολυτελές αμάξι. Ο χ μπαίνει στο δικό του το φορν έσκορτ της δεακαετίας του 80΄ και τους παίρνει από πίσω. Με το που φτάνουν στο προάστιο των πλουσίων, σταματάει και το έσκορτ από πίσω. Τα χαιβάνια μπροστά δεν πήραν χαμπάρι οτι τους ακολουθούσε. Ποιός άλλωστε λογικός άνθρωπος να το πάρει χαμπάρι? Με το που μπαίνουν στο σπίτι ο χ ορμάει σαν σε έφοδο «ΓΑΜΗΜΕΝΕΕΕΕΕ» στον άλλον και τον ρίχνει κάτω. Τα δυο λιοντάρια είναι κάτω στο έδαφος και τώρα μιλάνε μόνο τα ζωώδη ένστικτα της επιβίωσης και της συνέχισης. Το έχον και το μη έχον. Το μη έχον θέλει να έχει. Δεν μπορεί να έχει. Δεν το άφησαν να έχει. Δεν είχε τις ευκαιρίες για να έχει. Οι ευκαιρίες που του έδωσαν ήταν στημένες. Όπως και ο άλλος δεν δοκιμάστικε ποτέ σε κάτι δύσκολο γιατί όλα του ήταν στρωμένα. Ο Χ να του ρίχνει μπουνιές ήταν η πιο δύσκολη δοκιμασία της ζωή του. Ο χ τον έχει ξαπλώσει κάτω «ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΘΗΤΕ ΕΣΕΙΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΛΟΠΑΡΕΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΛΟΤΑΞΙΔΙΑ ΣΑΣ». Η κοπέλα τρέμει και ουρλιάζει για βοήθεια. Ο χ του παίρνει το κεφάλι και το τρίβει στο πάτωμα. Τον πιάνει από τα μαλιά και με δύναμη τον χτυπάει στο έδαφος. Το κεφάλι του άλλου ανοίγει. Μια λιμνούλα αίματος αρχίζει και σχηματίζεται. Μετά παίρνει ένα βάζο. του κάνει θρύψαλλα τα δόντια. Μετά του λιώνει τη μύτη. Βγάζει τον σουγιά του και τον βάζει όλον στον βολβό του. Αυτός ουρλιάζει για τελευταία φορά καθώς πνίγεται στο αίμα του. Το μάτι βγήκε. Η έγκυος κοπέλα έντρομη έχει κλειδωθεί στο μπάνιο και προσπαθεί στον πανικό της να καλέσει την αστυνομία. Ο Χ έχει τόση αδρεναλίνη που σπάει την πόρτα. Η κοπέλα του λέει οτι θα του κάνει ότι ζητήσει αν της χαρίσει τη ζωή. Ο Χ τρέμει λίγο πλένει λίγο το πρόσωπό του γιατί είναι μες στο αίμα και την πιάνει από το χέρι και την πετάει έξω. Την πάει στην κουζίνα. Από εκεί βγάζει το μεγάλο μαχαίρι και της το μπήγει όλο μέσα στην κοιλιά της «να χαίρεσαι το μωρό σου». Τώρα ότι υπήρχε μέσα εκεί έχει σίγουρα πεθάνει. Το αίμα αρχίζει και πλημμυρίζει την κουζίνα. Ο Χ από την υπερένταση κάνει μια πρώτη σκέψη λογικής. Να φύγει από το μέρος. Αφήνει την κοπέλα κάτω να αιμορραγεί. Αλλά δεν θέλει να την δει να πεθαίνει. Φωνάζει ασθενοφόρο. Μετά εξαφανίζεται. Επι 3 μέρες τον ψάχνει όλη η πόλη, τα σκυλιά, κομμάντος. Τα κανάλια δείχνουν σε πρώτο πλάνο το αποτρόπαιο έγκλημα πάθους. Ο Χ αρχίζει και αναλογίζεται τώρα με πόσους τρόπους μπορεί να κάνει ένα reboot. Σκέφτεται να πάρει χάπια ή να βουτήξει με το αμάξι στη θάλλασσα. Τελικά την τελευταία στιγμή σκέφτεται να παραδωθεί. Οι γονείς του θύματος στα δικαστήρια τον περιμένουν με χλέπες και καδρόνια. Το δικαστήριο τον κρίνει ένοχο. Αυτός δεν αρνείται τίποτα, ίσα ίσα διευκολύνει τις αρχές όσο περισσότερο γίνεται. Το δικαστήριο με επιείκια του ρίχνει ισόβια δηλαδή κανα 20 χρονο και ένα τάλιρο για το μωρό που δεν γεννήθηκε. Με καλή διαγωγή σε καμιά 20 ετία.


Έναν χρόνο μετά τη φυλάκισή του είχε μόνο έναν τακτικο επισκέπτη. Την κοπέλα.

Σαβουάρ Βίβρ


Γενικότερα, κανένας δεν θα καταλάβει κανέναν. Τζάμπα οι γκόμενες που πηδιόμαστε, οι φίλοι που κάνουμε, τα αφεντικά που γλύφουμε, οι γνωστοί που χαιρετάμε στον δρόμο, οι γονείς μας που θέλουνε να τρώμε όλοι μαζί τις Κυριακές, τζάμπα οι ψυχολόγοι που πληρώνουμε για να τα χουμε καλά με τους απο πάνω, ο Χάους που ψαρώνουμε επειδή όλους πια τους «διαβάζει» και αυτός πια? Και ναι, είναι πυρηνική φυσική η κατανόηση του άλλου. Το σαβουάρ βίβρ, είναι ένα υπέροχο κοινωνικό εργαλείο , ένα κοινωνικό software που έχει ανακαλυφθεί για αυτόν τον λόγο. Βασίζεται στην αρχική υπόθεση οτι κανένας δεν θα καταλάβει κανέναν οπότε «μη σκοτίζεστε να σπάζετε τα κεφάλια σας για την περιέργεια του κάθε μαλάκα και το τι κουβαλά ο καθένας στο κεφάλι του». Για αυτό τον λόγο σου μαθαίνει κάποιες μανιέρες, κάποιους τυφλοσούρτηδες, έτσι ώστε να μην ενοχλείς τους άλλους και οι άλλοι να μην ενοχλούν εσένα. Οπότε κάθε φορά που 2 γκόμενες της υψηλής κοινωνίας σχολιάζουν για έναν κύριο «μα, πω πω τι καλοί τρόποι» εννοούνε «κοίτα τι καλή μαϊμού που δεν ενοχλεί κανέναν, φοβερή κοινωνική δεξιότητα, ας τον γαμήσουμε». Δηλαδή αν στο κοινωνικό πείραμα «έχουμε σε μια κοινωνική κατάσταση που θέλει λεπτους χειρισμούς», να βάλουμε έναν εξυπνάκια, έναν φοβιτσιάρη και έναν που έχει μάθει απ’ έξω το βιβλίο, ο εξυπνάκιας, θα τα σκατώσει πρώτος και θα ψάχνει για ψυχιάτρους να ψάχνουν για τα βαθύτερα του προβλήματα, ο φοβιτσιάρης δεν θα εκτεθεί, και αυτός που θα τα καταφέρει στο τέλος θα είναι ο Ζαμπούνης. Whatever works δηλαδή.

ο Σέρχιο Κόκε


Κοινωνιολογικά αν το δούμε έχει πολύ ενδιαφέρον. Η ομάδα του Άρη προτιμά να έχει στις τάξεις της έναν χαραμοφάη χοντροκόλη από τον δεύτερο σκόρερ του πρωταθλήματος. Διότι, ο χαραμοφάης, «έχει φιλήσει τη φανέλα με το θεό στο στήθος» όπως θα έλεγε και ο κάγκουρας» οπαδός-επαγγελματίας- σουπεράς πρόεδρος του συλλόγου, «έχει σκίσει τα βοκτάς του», που λέει και ο Ραπτόπουλας, ως credit αρειανοσύνης, έχει δώσει το καλό παράδειγμα στους συμπαίκτες του να πάνε στην Τούμπα και να πουλήσουν Νταϊλίκι στους Τούρκους μπας και γίνουν μετά μελη στη διοίκηση, και με άλλα λόγια μεταδίδει μια συμπεριφορά στους υπόλοιπους του τύπου «κοιτάξτε, για να βγάλετε λεφτά, για να πιάσετε την «καλή» είναι προτιμότερο να φιλήσετε τη φανέλα, από το να είστε καλοί. Δε πα να είστε χαρτόμουτρα να σας ψάχνουν στα καζίνο όλη την μέρα, μπαρόβιοι να σας μαζεύουν κομματιασμένους οι σερβιτόροι το επόμενο ξημέρωμα, να μη βάζετε ούτε ένα γκολ, οι κώλοι σας να έχουν γίνει σαν της Παπαρίζου, πουλήστε αρειανιλίκι, και έχετε τζάμπα λεφτά, μια θέση στην 11αδα βρέξει χιονίσει και free pass για ότι μαλακία κάνετε σε αυτή τη ζωή» δηλαδή οι διοικούντες της ομάδας, με την εμπορική και την πολιτική υπόσταση προτιμούν να έχουν «μια σύζηγο που το έπαιζε ωραία και τώρα είναι απεριποίητη τεμπέλα, που οι πατσοκοιλιές της θα κάνουν δίπλες, δε πλένει τα πιάτα, είναι άχρηστη- βλέπει όλη μέρα τηλεόραση στο σπίτι, και δε συνεισφέρει στο νοίκι, και όλα αυτά σε αντάλλαγμα με το να λέει οτι πεθαίνει για σένα και να βρίζει τον γείτονα και να πετάει τα βρωμόνερα της στ’ απλωμένα σεντόνια του, παρά να πάρεις μια ωραία που μπορεί και να κλείσει το ματάκι στο γείτονα μια μέρα, αλλά θα πλένει πιάτα και θα χει κολί και βυζί γυμνασμένο που θα σε κάνει Τούρμπο». Αυτό είναι μιας μορφής ευτυχία, στο βαθμό που το μόνο που θές είναι να βρίζεις το γείτονα και να μην μείνεις ποτέ χωρίς κάποιον να σε αγαπάει. Δε θα προοδεύσεις και πολύ, αλλά δεν σε νοιάζει και πολύ. Το απέδειξαν στο ιστορικό εκείνο ματς στο Βικελίδης που ερχόταν ο ΕΧΘΡΟΣ να πάρει το πρωτάθλημα και κάναν κατάθεση ψυχής, ενώ στο κύπελλο ξυνόντουσαν όλοι, οι Παναθηναϊκοί τους παρακαλούσαν να τους κερδίσουν και να πάνε διακοπές και οι καημένοι οι οπαδοι πήγαν και γύρισαν. Δηλαδή, το επόμενο λέβελ για να χάσεις κύπελλο, είναι με τον Μουρίνιο στον πάγκο, στο Βικελίδης μέσα, με τη διατησία υπέρ σου και τους άλλους διαλυμένους. Και πάλι η sporting bet outsider θα σε δωσει.

ο μέσος όρος

Άμα πάρεις τον κάθε μαλάκα, το κάθε λέσι, τον κάθε αγράμματο, τον κάθε αγροίκο, τον κάθε αποτυχημένο, τον κάθε ανώμαλο, τον κάθε περίεργο, τον κάθε δυσλειτουργικό, την κάθε πουτάνα, την κάθε καριόλα, την κάθε κατίνα, την κάθε ηλίθια και τους αθροίσεις όλους αυτούς και μετά τους διαιρέσεις με τον πλυθησμό τους, θα πάρες αυτό που λέμε τον μέσο όρο. Όσο αποκλείνεις από αυτόν, τόσο πιο «περίεργο» σε θεωρούν οι προηγούμενοι και τόσο δυστυχισμένος είσαι.

Η Μεγκαν Φοξ της Βαλαωρίτου


Το χειρότερο πράγμα του να είσαι απελπισμένος που διψάει για αγάπη, είναι οτι συνήθως προσελκύεις εξίσου ή ακόμα περισσότερο απελπισμένους από σένα που ξεπερνάνε κατα μακράν τα όρια της δικιάς σου ξεδιαντροπιάς επειδή τα βλέπεις από τη σκοπιά του να είσαι εσύ το αντικείμενο της επιθυμίας τους. Και το χειρότερο είναι οτι είσαι σαν μαγνήτης. Δεν μπορείς να τους ξεφύγεις με τίποτα. Παρά μόνο αν τα καταφέρεις στη ζωή και πετύχεις.
Ο Γκρικόρι, ρωσσάκι που ζει σε μια μικρή πόλη της Ελλάδος, προσπαθεί μανιωδώς τον τελευταίο χρόνο να λύσει έναν από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς γρίφους όλων των εποχών. Γιαυτό αποφάσισε να καταναλώσει όλη του την σκέψη και όλη του την ενέργεια στον υπέροχο κόσμο των μαθηματικών. Όταν κλειδώνεται στο μικρό του δωμάτιο δεν υπάρχει ούτε τηλεόραση, ούτε ραδιόφωνο, ούτε ίντερνετ, ούτε τηλέφωνα. Χρέη Κλειδοκράτορα με εντολή του Γκρικγόρι εκτελεί η μάνα του που τον ξεκλειδώνει και τον αμολάει ελεύθερο κάθε μεσημέρι 2-6 μμ. Ευτυχώς ο Γκριγκόρι δεν έχει κανέναν άλλον εκτός από την Μάνα του. Ο Γριγκόρι ζει με 7 ευρώ την εβδομάδα. Ο Γριγκόρι τρώει ένα γεύμα την ημέρα. Ο Γκριγόρι φοράει τα ίδια ρούχα εσώ και 4 χρόνια.
Ο Γκριγκόρι σε καιρούς οικονομικής κρίσης είναι ένας εξαιρετικά οικονομικός άνθρωπος. Δεν βγαίνει έξω, δεν καπνίζει σαν φουγάρο, δεν πίνει, δεν πάει σε νησιά με την γκόμενα για να ανεβάσει τις φωτογραφίες του να τις δουν οι άσχετοι που θέλουν να τον πάρουν μάτι, δεν δουλεύει (αυτό που οι υπόλοιποι λένε δουλειά, δηλαδή «κάθομαι κάπου που δεν πολυγουστάρω για πάνω από 8 ώρες ενώ θα μπορούσα να ξύνω τ’ αρχίδια μου και παράγω ένα έργο για να βγάλω λεφτά για να αγοράζω πράγματα που έχω ή νομίζω πως έχω (άρα έχω) ανάγκη, ενώ το θυληκό για να μ’ έχει άντρα της και σε αντάλλαγμα για λίγη αγάπη να της κάνω παιδιά και να μοιράζομαι τα πράγματα που αγόρασα μαζί της», αυτός δεν είχε). Και ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε γκόμενα ήταν ο παραπάνω. Οτι δηλαδή, θα του κατανάλωνε μεγαλύτερη ενέργεια από αυτήν που θα άντεχε για να μπορέσει μετά να ασχοληθεί με όλη την άνεσή του για να λύσει τον γρίφο. Οπότε καθαρά από ενεργειακής άποψης χρησιμότερη είναι μια μάνα- πολυεργαλείο/σκούπα που σου φτιάχνει καφέδες φαι, σου καθαρίζει το δωμάτιο, σου πλένει τα κεράσια και στα βάζει σε ένα πιάτο, γιατί είναι προγραμματισμένη από τη φύση της να μην σε αφήσει στην αποσύνθεση, παρά μια γυναίκα που θα γκρινιάζει και θα σου κάνει φασαρίες κάθε 3 και λίγο και θα θέλει να αγοράσετε και το τάδε έπιπλο για το σπίτι που βρήκε στο τάδε περιοδικό. Με ένα μικρό τίμημα βέβαια. Οτι δεν θα μπορείς να βάλεις το πουλί σου σε κάποιο θυλαστικό που θα το αγαπάς και θα νοιάζεται για σένα, ενώ το πουλάκι σου θα σε καλεί πως πρέπει να το κάνεις τουλάχιστον 2 φορές την ημέρα. Ακόμα και η στύση που είχε του αποσπούσε την προσοχή.
Όταν ο σκοπός της ζωής σου είναι να ζήσεις την επόμενη μέρα, απλά για να περάσει πιο γρήγορα η ώρα, δεν έχεις και πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όταν βρίσκεσαι σε ένα χαμηλό ενεργειακό πεδίο λειτουργίας με χαμηλούς πήχεις, μπορείς να είσαι όχι μόνο πιο λειτουργικός αλλά και πιο πετυχημέονος και κατά συνέπεια πιο κουλ. Για παράδειγμα, σου αρέσει η μουσική αλλά δεν ξέρεις κάποιο όργανο. Μπορείς να ακούς μουσική και μετά αυτό που έμαθες να το εφαρμόσεις πατώντας το κουμπάκι play σε ένα πικάπ και να γίνεις ένας ωραιότατος dj που μάλιστα άμα φορέσει και ένα ποζεράδικο ρούχο και βρει τις «σωστές» παρέες, ποιός τον φτάνει, μέχρι και διευθυντής προγράμματος ραδιοφωνικού σταθμού μπορεί να φτάσει. Με άλλα λόγια το να ακους και μετά να παίζεις μουσική, δεν είναι κάποια επέμβαση ανοιχτής καρδιάς οπου χρειάζεται χρόνια σπουδών, διαβάσματος, εμπειρίας. Έτσι λοιπόν, για να συλλάβεις ένα μαθηματικό πρόβλημα θέλει χρόνια κατανόησης, υπόβαθρου, πολύωρης εργασίας την ημέρα, οργάνωσης, μοναξιάς, αποτυχιών, και όλα αυτά οδήγησαν τον Γκριγκόρι στην κατάθλιψη. Η αδυναμία του να κατακτήσει τον θεόρατο στόχο που έθεσε τον απομόνωσε ακόμα περισσότερο από την κοινωνία των υπόλοιπων ανθρώπων. Για αυτόν μόνο οι εξισώσεις και τα σύμβολα των μαθηματικών βγάζαν πια νόημα και για να γνωρίσει έναν καινούργιο άνθρωπο έπρεπε να κάνει μια διαδρομή «κολυμπώντας από την μια άκρη του ωκεανού στην άλλη».
Στην άλλη όχθη όμως υπάρχει ο άλλος άνθρωπος. Για αυτόν θα συμβολίζει οτι τα κατάφερε και έλυσε το πάζλ. Αν όχι, πνίγηκε και δεν έχει σημασία. Ως «έπαθλο» στο άρρωστο μυαλό του, φαντάζεται απλά το καλύτερο, τίποτε παρακάτω από αυτό. Το αντικείμενο του πόθου του. Την Μέγκαν φοξ της Βαλαωρίτου. Η Μέγκαν, ήταν για αυτόνα το πιο όμορφο μωρό που είχε δει. Με την προσωπάρα της, τις χειλάρες της, τα λεπτά ποδαράκια της, το τρυφερό κολί της, να το κάνεις μάκια σε κάθε μάγουλο. Το όνειρο που είχε το άρρωστο μυαλό του ήταν να πάρει μια μέρα το νόμπελ μαθηματικών και να φύγει από το βάθρο αγκαλιά μαζί της. Η Μέγκαν είναι και αυτή φοιτήτρια στο ίδιο τμήμα που σπούδαζε και αυτός όταν έκανε το διδακτορικό του. Γνωρίστικαν σε ένα τραπέζι. Αυτή φυσικά είχε για γκόμενο έναν βλάχο με μερσεντές και γυαλιστερά σακάκια με κιτς γραβάτες και χρυσή βλαχο-καδένα που την πήγαινε στα βλαχο–ΑμπουΝτάΜπι και στα βλαχο-Ντουμπάι μαζί με τους υπόλοιπους βλαχο τουρίστες για να την ψαρώσει. Τη ρώτησε «γιατί βγαίνεις με αυτόν τον βλάχο?». Του απάντησε «επειδή με πηγαίνει ταξίδια και μπορώ να ανεβάζω τις φωτογραφίες μου μετά στο ίντερνετ να τις βλέπει ο κόσμος στα γαμάτα μέρη που με πήγε» «και σου είναι αρκετό αυτό?» «γιατί να μη μου είναι?, έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο?» «είμαι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο» «α ναι, ε? Απόδειξέ το».
Έρχεται αργά ή γρήγορα η ιστορική στιγμή σε κάθε άνδρα που καλείται να ξεπεράσει τον εαυτό του. Τις φυσικές του δυνατότητες. Τις γενετικές του προδιαγραφές. Τα όρια των αντοχών του.. Όλοι οι μεγάλοι άνδρες το έχουν καταφέρει μέσα στην ιστορία. Για αυτό άλλωστε τους έχουμε πει και μεγάλους.Η ερώτηση παραμένει. Ο Γκριγκόρι είναι ένας από αυτούς? Τα γραφεία στοιχημάτων ανά τον κόσμο δίνουν σίγουρο αδιαφιλονίκητο φαβορί το ΟΧΙ. Από τότε εγκατέλειψε τα εγκόσμια, γύρισε με την μάνα του, και άρχιζε να ζει σαν σπαρτιάτης πολεμιστής, σαν Ρόκυ Μπαλμπόα. Γιατι καλή φάση να είσαι πολύ έξυπνος ή πάρα πολύ κούλ αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το να είσαι ο Ρόκυ Μπαλμπόα. Έχει περάσει μια τετραετία και ακόμα δεν έχει λύσει ακόμα τον μεγάλο γρίφο.
Τότε είναι που λες οτι πέφτει ο πύχης. Και τότε είναι που εμφανίζεται η Γεωργία Βασιλειάδου. Δηλαδή από εκεί που έτρωγες τρίμπαλα και ντόρτια από την Ρεάλ Μαδρίτης τώρα, πρέπει να πέσεις στην δ’ εθνική και να παίζεις με τον Βύζαντα Μεγάρων και τον Π.Α.Ο.Διοικητηρίου. Η Γεωργία Βασιλειάδου είναι σαν και τον Γκριγκόρι που κυνηγάει την Μέγκαν. Θέλει κάτι παραπάνω από αυτό που μπορεί να έχει. Ίσως για αυτό να έχει μείνει και μόνη. Ο Γκριγκόρι είναι σαν την Σάσα Μπάστα. Όπως αυτή έλκεται μόνο με πλούσιους που έχουν καγιέν, έτσι και αυτός έλκεται μόνο από μουνάρες ακόμα και αν ειναι χαζές. Η μόνη τους διαφορά είναι οτι η Σάσα τα καταφέρνει στατιστικά σχεδόν πάντα. Ο Γκριγκόρι συνήθως καταλήγει με τις Γεωργίες Βασιλειάδου να τις πηδάει και μετά να φεύγει άρον άρον ενώ τις βλέπει μετά να γίνονται καλλιτέχνες. Γράφουν στίχους για την απόρριψη, πίνουν όλη μέρα, καταλήγουν στα παγκάκια, κάθονται παρέα με τα πρεζόνια, τα πρεζόνια τις λένε «σαν την πρέζα δεν έχει» αυτές τους απαντάνε «όοοχι σαν τον Γκριγκόρι δεν έχει» και γι αυτό φοβάται να τις πηδήξει και μετά να τις πει «γειά σας». Μα καλά, θα ρωτήσει κάποιος, γίνε ειλικρινής και πες τες οτι τις θες μόνο για σεξ, μετά όταν σε ξαναπάρουν βγάλε τηλεφωνητή «ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος.Παρακαλώ αφήστε μήνυμα μετά τον χαρακτηριστικό ήχο ΠρρρρρρρρρρΡΡρρ». Η απάντηση είναι οτι δεν γίνεται, γιατί ήδη ο πήχης της Γεωργίας Βασιλειάδου έχει ανέβει και σε φαντάζεται κορνιζομένο στο κάδρο του γάμου της με τις χοντροκόλες φίλες της και τη μάνα που έκλαιγε για το οτι την τελευταία στιγμή τα κατάφερε. Γιατί, η Γεωργία Βασιλειάδου μόλις δει οτι σου αρέσει κάποιο σχόλιο της, θα το θεωρήσει δαχτυλίδια αρραβώννα και να σου οι αγάπες οι έρωτες και τα μηνυματα. Έτσι και αλλιώς ο Γκριγκόρι καρμπόν αντιδρούσε για τις Μέγκαν.
Όλο το κόνσεπτ της ευτυχίας βασίζεται στο ν’αποκτούμε λίγο περισσότερο από αυτό που μας αξίζει. Το κυνηγάμε σαν τρελλοί να το αποκτήσουμε το κοιτάμε στα μάτια και το παρακολουθούμε να γίνεται μπροστά μας ακόμα ομορφότερο αλλά και πάλι δεν το χαιρόμαστε όσο το φανταζόμασταν και όταν το χάνουμε, μας πιάνει κατάθλιψη. Τότε, ο κόσμος τρελλαίνεται.
Ο Γκλιγκόρι το βρήκε. Θα συμπεριφερθεί όπως τον συμπεριφέρθηκαν όλες οι Μέγκαν φοξ της ζωής του. Θα την αγνοήσει. Ίσως το πρόβλημα με τον Γκριγκόρι είναι οτι βλέπει τόσο μακρυά οτι θα κερδίσει επικές μάχες με τεράστιους αντιπάλους που αγνοεί το κοντινό μέλλον που έρχεται τώρα που μόλις και μετα βίας στέκεται όρθιος από το φύσημα του αέρα.
Και εκεί είναι το θέμα. Οτι όταν τα χρόνια περνάνε και ο Γκριγκόρι δεν κάνει την υπέρβαση, τόσο περισσότερες Γεωργίες Βασιλειάδου θα προσελκύει και θα τον περιτριγυρίζουν, μιας που τα μαθηματικά λένε πως ακόμα δεν φέρνει αποτελέσματα και οτι είναι ακόμα ένας χαραμοφάης που ζει με τη μάνα του χωρίς να έχει κάνει τίποτα ακόμα το ιδιαίτερο. Και τότε, είναι βέβαιο πως άμα χάσει, θα πέσει στα δόντια ενός τέτοιου τσακαλιού να του ρουφήξει τα τελευταία χρόνια της άχρηστης ζωής του για να γίνει σαν όλους τους άλλους. Ευχτυχώς για αυτόν, η ζεστή αγκαλιά της μανούλας, μα κυρίως η σύνταξή της και η ασκητική ζωή αρκούν να την βγάλει σε αυτή τη ζωή με αρκετές μάρκες ακόμα μέχρι να του κάτσει το τζακ ποτ και λυτρωθούμε.
Και να θυμάσαι Γκριγκόρι, οτι ο κόσμος όλος είναι εναντίον σου. Οι μαθηματικές πιθανότητες να είναι εναντίον σου. Το σύμπαν είναι εναντίον σου. Όλοι εμείς από τα βάθη της καρδιάς μας είμαστε εναντίον σου. Ακόμα και ο γράφων.
«Γρκιγκόρι, σού κανα να φας» φώναξε η μανούλα στα ρώσσικα.

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

sweet days under the dark sky mixtape episode#4: Waiting For The Ambulance




Σε αυτή την κασσέτα-φωτιά, ξεκινάμε ψιλοδυναμικά για να βάλουμε στη συνέχεια μπουρλότο να καούμε τελειώς και όπως συμβαίνει στις πολύ κουλ ταινίες που θα θέλαμε να βλέπαμε, να περιμένουμε να έρθει να μας μαζέψει το ασθενοφόρο, ενώ η γκόμενα θα μας κρατά το χέρι στην αυγή του επόμενου πρωινού.

υγ1. όλα τα κομμάτια που βρίσκονται έχουν διαλεχθεί από μένα, έπειτα από αρκετές ώρες ακρόασης στα διάφορα μπλογκς που μπορείς να ενημερωθείς μουσικά εκτός από το κομμάτι 24. sea of Bees που μου συνέστησε τον δίσκο ο The Goldfinger Recs διότι δεν ειμαι βλαχόμαγκας για να αποκρύβω τις πηγές μου ενώ ζητιανεύω 30ευρα σε μαγαζιά για να το παίζω dj καθώς σηκώνω τους σκληρούς δίσκους των φίλων μου. Ολα αυτά τα λεω, διότι βλέπω κομμάτια από δω και από κει που έδωσα σε φίλους (πρώην) να τα ανεβάζουν σε δικά τους mixtape χωρίς να κάνουν στο πρόσωπό μου ούτε μια μνεία. και αυτό είναι τουλάχιστον εξοργιστικό. Τ'ακούς βλάχοou?

υγ2. εσείς κοπελιές που παριστάνετε τις εκφωνήτριες των Goody's στους trendy σταθμούς σας, μόνο το "The day before you came" από τους The real Tuesday Weld ξέρετε να παίζετε?
ιδού και η λίστα μη ξεχνιόμαστε

01 Willie Nelson - Blue Skies
02 indstrom_and_christabelle-music_in_my_mind
03 cherry_ghost-kissing_strangers
04 Korallreven - Loved-Up
05 big_boi-shine_blockas_(feat_bun_b_and_project_pat)_(remix)
06 Ski Beatz Mos Def - Cream Of The Planet Official
07 Seu Jorge And Almaz - Everybody Loves The Sunshine
08 ariel pinks haunted graffiti-cant hear my eyes noir
09 Holy ghost- Say My Name
010 Sea Exchange- LED
011 LA Vampires & Zola Jesus-Vous
012 kula_shaker-to_wait_till_i_come
013 Amatorski- Come Home
014 Autolux- The Bouncing Wall
015 Mayer Hawthorne - Mr. Blue Sky
016 ZEUS- At the Risk of Repeating
017 wilco-glad_its_over
018 Arcade Fire-Wasted Hours
019 Holly Miranda- Ex-Factor
020 Jenny Owen Youngs- Have You Forgotten (Red House Painters)
021 sea of bees- Won't Be Long
022 snow_and_voices-the_letting_go
023 Danny Cavanagh- Fly
024 Devendra Banhart - Now That I Know
025 Mount Eerie- My Heart Is Not At Peace
026 Tv on the Radio - Family Tree
027 Herzog- Slowest Romance
028 Παυλάρας Παυλίδης- Οι περαστικές
029 The Real Tuesday Weld - Someday (Never)
030 Flaming Lips- Mr Ambulance Driver




http://hotfile.com/dl/58059333/dafc0ab/lefts_mixtape_4.rar.html

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Το μυστικό του να είσαι ηγέτης

1.Πάντα δείχνε κακομούτσουνος, στραβωμένος, ξινισμένος ψυχρός και απόμακρος. Δεν θα τους δώσεις ποτέ το δικαίωμα να σε συμπαθήσουν και να σου βρουν ελαττώματα.
2.Μην την πέφτεις σε γκόμενες, μη πίνεις, μη τζογάρεις. Γιατί άνθρωποι μιλάνε μεταξύ τους και σίγουρα θα μιλήσουν για το λυσσάρι που κολλάει αδιάκριτα γκόμενες ή τον αλκοόλα που άδειασε το μπαρ ή το μαλάκα που χρωστάει ένα σπίτι. Και θα χουν ανασφάλειες για σένα μετά μιας που θα σας θεωρήσουν «λίγους».
3.Δούλευε σκληρά όχι για αυτούς αλλά για την πάρτη σου. όποιος δεν αφιερώνει ώρες σε αυτό που γουστάρει δεν είναι σοβαρός Αφιέρωνε ώρες ωστε να φτιάξεις ένα σχέδιο που κανένας δεν μπορεί να το κριτικάρει. Μη μοιράζεσαι τα αστεία σου, τον πόνο σου, τα προβλήματά σου και μην ανοίγεσαι. Θα τα εκμεταλλευτούν.
4.Μην φοράς πολύ εξεζητημένα ρούχα (πχ χαϊμαλιά,κομποσχοίνια,κονκάρδες) και δεν είναι ανάγκη να έρχεσαι πάντα με την τελευταία-τελευταία λέξη της μόδας. Θα δείχνει οτι προσπαθείς να το παίξεις γκόμενος,. Άστα αυτά για τους γκέυς και τους μόντέλους καλύτερα. (Εκτός και αν είσαι διεθυντής μοδάτου περιοδικού ή αν σε ντύνει η γυναίκα σου η στυλίστρια).
5.Κατά συνέπεια του 4, Οι ηθοποιοί, οι τραγουδιστές, και τα μοντέλα δεν είναι ηγέτες εξ ορισμού. Όταν βλέπετε τέτοιους να προσπαθούν να διοικήσουν επιχείρηση που άνοιξαν επειδή τους περισσεύουν χρήματα, μακρυά αν είσαι συνέταιρος,από κοντά αν είσαι λαμόγιο.
6.Μια γκόμενα, όσα αξιώματα και έχει και όσο καριόλα και να είναι, το ξέρουμε οτι δεν είναι ηγετική φυσιογνωμία. όπως και αυτές ξέρουν καλύτερα από μας ποιός από εμάς είναι ο ηγέτης. Κάνε την πάπια και συνέχισε να παίζεις το σκάκι σου.
7.Το να είσαι πόζερος είναι κακό γενικότερα σαν άνθρωπος. Δείχνει οτι έχεις ανάγκες που δεν έχεις εκπληρώσει ακόμα και άρα οτι δεν κοιτάς πολύ τη δουλειά σου και σίγουρα, δεν θα την κοιτάξεις άμα έχεις να διαλέξεις ανάμεσα στην ανάγκη σου ή στη δουλειά. Εκτός και αν η δουλειά σου είναι να είσαι υπαλληλάκος ή χαμηλόβαθμος που χεστήκαμε για το τι είσαι ή ποιόν παριστάνεις.
8.Ποτέ μα ποτέ μην προσπαθήσεις να το παίξεις έξυπνος ή να πουλήσεις βλαχομαγκιά οτι ξες κάτι ενώ παίζει να μην το ξες. Θα εκτεθείς. Και δεν υπάρχει πιο εύκολο θήραμα από αυτό που δεν έχει γύρω του κοπάδι.
9.Κοινώς, κάνε τα πάντα για να διατηρείς τον αυτοέλεγχό σου. Ακόμα και αν έχεις κάνει μια από τις παραπάνω μαλακίες, γιατί άλλο το πετραδάκι και άλλο η χιονοστοιβάδα. Όσο διατηρείς τον έλεγχο, διατηρείς και την σοβαρότητά σου. Και μην «τρέχεις πίσω από κάποιον» που δεν σε θέλει. Θα χάσεις και την αξιοπρέπειά σου στο τέλος.
10.Γενικότερα, οι άνθρωποι που καταφέρνουν να είναι ηγέτες δεν θα μπουν ποτέ στον κόπο να διαβάσουν «το μυστικό του να είσαι ηγέτης» σε κάποιο μπλογκ διότι 1. Δεν έχουν το χρόνο και 2. το ξέρουν το μυστικό. Δεν έχουν κάνει ακόμα κάποια χοντρή μαλακία ωστε να αναρωτιούνται τι έχει πάει στραβά.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

summer playlist (sweet days ep 3)

Δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος που θα ανεβάσει 30 αγαπημένα του τραγούδια, ΚΑΙ τα 30 να αρέσουν σε τουλάχιστον έναν. παρόλα αυτά είναι ακόμα ένα mixtape,στο πνεύμα του εν λόγο blog. 30 προσεκτικά διαλεγμένα αριστουργηματικά κομμάτια (εκτός από 1 που είναι "ψιλοπαλτό" γιατί στην αρχή ξεκίνησε ωραία αλλά προς το τέλος άρχισε να κάνει μαλακίες και ήταν πολύ αργά να το διώξω-κάτι σαν τον ΚΟΚΕ δηλαδή :p) που έφαγα ώρες όχι μόνο να τα ξεδιαλέξω, αλλά να τα βάλω και στη σωστή σειρά. Μέχρι στιγμής είναι η αγαπημένη μου playlist που έχω φτιάξει μέχρι φυσικά την επόμενη. καλή διασκέδαση.

ιδού
sweet days under the dark sky ep3- playlist

1.Amatorski- The king
2.Cults - go out
3.Smooth- My Body
4.Mad Planet-Been diagnosed
5.The Magic Numbers- The Song that noone knows
6.The Orchids-Peaches
7.Howling bells -The bell hit
8.The legends-Heartbreats
9.Bart & Friends-Weave your Name
10.Camera Obscura-The nights are cold
11.Holly Miranda-Waves
12.Elk city-Jerks on Ice
13.Josh Ritter-California
14.The Posies-Apology
15.The Liarbirds-Careless Girls
16.Neva Dinova-Poison
17.Dr.Dog-Mirror, mirror
18.Blackbird,Blackbird-Let's move on together
19.Toro Y moi- Such Bad Handling
20.Blk Sonshine-Nkosi
21.luna-Time
22.Isobel Campell & Mark Lanagan- cool water
23.She & Him-Me and you
24.Memoryhouse-Sleep Patterns
25.Spain-Hang your Head down low
26.The Abbasi Brothers-The sound of silence (Simon & Garfunlel cover)
27.Cinema Verite- Theme from Ivadelle
28.Mainslide-old song
29.Winsdor for the Derby-Our love's a Calamity
30.Turin Brakes- Outbursts



http://hotfile.com/dl/56550705/4b9dfac/lefts_mixtape_3.rar.html

Μουρεσάν

Ο θανάσης, ήταν ένα γλυκύτατο αγοράκι που όταν γεννήθηκε κάπου τη δεκαετία του 80’ έδειξε από μικρός οτι θα γίνει ένα πολύ ψηλό παιδάκι. Πράγματι, στην ηλικία των 12 είχε φτάσει τα 1.90 μ. Στα 15 του είχε γίνει 2.μ. σε αυτή την τρυφερή γεμάτη σπυράκια ηλικία, άρχισε η αγάπη του για το μπάσκετ. Έβλεπε NBA τον Jordan και Magic Jonson. Φορούσε μπλούζα των μπουλς και παπούτσια air Jordan. Είχε αφίσα του Γκάλη πάνω από το κρεββάτι του, εκείνη που είχε τελειώσει το ματς με τον Τούρκο και έβαλε τη μπάλα να στριφογυρνάει στο χέρι του. Οι γονείς του όμως ήταν αγράμματοι και φτωχοί και τον έβαλαν από μικρή ηλικία να δουλεύει στο γκαράζ που είχαν να πλένει αμάξια και να τα γεμίζει με βενζίνη. Μόνος του άρχισε να παίζει με μια μικρή μπάλα του βόλλευ στο μπαλκόνι του σπιτού του γιατί η μάνα του δεν άφηνε μπάλα στο σαλόνι μη της σπάσει ο μαλάκας κανα βάζο. Η μόνη μπάλα που επιτρεπόταν ήταν μια μικρή σφουγγαρένια. Στο δωμάτιό του πήγε και κάρφωσε τον κάδο που πετάει ο κόσμος τα χαρτιά τουαλέτας στο δωμάτιό του, έβγαζε τα σκατόχαρτα και με λίγη φαντασία η σακούλα μέσα στον κάδο γινόταν διχτάκι. Και εκεί σούταρε. Έμπαιναν όλα χλατσωτά. σούταρε επί πολλές ώρες την ημέρα.Τα παιδιά στο σχολείο του δεν τον έπαιζαν, αν και ένας ψηλός πάντα ήταν χρήσιμος, εκείνα δεν τα ένοιαζε γιατί όλα πίστευαν πως είναι παιχταράδες και θα καρφώνουν μόνοι τους, άσχετα αν κανένας δεν μπορούσε και ήταν όλοι άσχετοι.Επιπλέον, μόνο οι φίλοι των παιδιών επιτρέπονταν να παίζουν μπάσκετ μεταξύ τους και απόμακροι αντικοινωνικοί σαν τον Θανασάκο δεν είχαν καμία τύχη να παίξουν στην ομάδα τους όσο ψηλοί και να ήταν γιατί αυτός ο κόσμος από πάντα λειτουργεί με συστάσεις και όχι βάση της πραγματικής σου αξίας. Ίσως η πραγματική αξία ενός ανθρώπου να είναι οι συστάσεις που έχει.
Οι μέρες στο σχολείο και το γκαράζ περνούσαν χωρίς να γίνεται τίποτα το σημαντικό στη ζωή του και ο θανασάκος έκανε ένα φίλο έναν χουλιγκάνο που του έμαθε να καπνίζει και να πίνει. Τα χρόνια περνούσαν, και οι δουλειές στο συνεργείο δεν τον άφηναν να κάνει καμιά προπόνηση της προκοπής. Έτσι λοιπόν, πήγαινε με τον φίλο του τον χουλιγκάνο και παίζαν μόνοι τους στην σχολική μπασκέτα το βράδι. Ο θανασάκος επειδή δεν είχε συνηθίσει την σωστή τη μπάλα, δεν μπορούσε να πετύχει καλάθι. Επιπλέον, επειδή κανενας δεν του έμαθε τους κανόνες έκανε συνέχεια βήματα. Ο χουλιγκάνος τον έλεγε «είσαι άσχετος». Οι προπονήσεις στο σπίτι δεν βοήθησαν τελικά. Τις επόμενες μέρες βρήκε με τον χουλιγκάνο κάτι παιδάκια σε μια αλάνα να παίξουν λίγο μπασκετάκι. Τα παιδάκια λέγαν ότι η μπάλα του δεν κάνει «εμείς παίζουμε μόνο με Spalding». Μετά άρχισαν να τον ρωτάνε σε ποιά ομάδα παίζει και οτι αυτά παίζουν μόνο σε πρωταθλήματα μίνι γιατί αλλιώς τι θα βάλουν στα βιογραφικά τους. Η αλήθεια ήταν ότι ούτε συστήματα ήξερε ούτε να τρέξει μπορούσε γιατί κάπνιζε, εξάλλου ούτε και τόσο ψηλός ήταν σε σχέση με άλλους φίλους τους. Άρχισε και ο χουλιγκάνος να λέει μαλακίες «πάνε κουβάλα τις πετσέτες τους στα ματς που παίζουν» τους σιχτίρισε όλους, έριξε και μια κλωτσιά στον κάγκουρα και έμεινε τελικά μόνος γυρνώντας στο γκαράζ. Το μόνο που του έμεινε να κάνει, ήταν να πηγαίνει στο γυμναστήριο για να καρδαμώσει και να παίζει στις αλάνες μόνος του. Και έτσι πέρασε ο καιρός.
Όσο περισσότερα παιδάκια τον έφτυναν, τόσο αυτός ψήλωνε, ακόμα πιο πολύ μέχρι που έγινε 2.25 μ. Και τότε ήταν αδύνατον να μην τον προσέξει κανείς. Πήγαινε και κάθε μέρα στο γυμναστήριο γιατί δεν ήταν τεμπέλης αδύνατος σαν το Φασούλα τον τεμπέλη και πήρε μυες και κιλά και έγινε θηρίο. Και μετά έκανε αυτό που σίγουρα ήξερε καλά να κάνει. Να πάρει την μπάλα και να καρφώσει με δύναμη στη μπασκέτα. Μέσα στη γκάβλα του την γκρέμισε μαζί με όλες τις άλλες που υπήρχαν στην γειτονιά. Γυμναστήριο, φαί και προπόνηση. Και υπομονή. Τα άλλα παιδάκια της γειτονιάς, γίναν μπασκετμπολίστες αλλά κανένας δε νοιάστηκε και πολύ για αυτά, γιατί από το πολυ γλύψιμο που έκανε το ένα παιδάκι στο άλλο μείναν στην μετριότητα και το μόνο που κατάφεραν ήταν να παίζουν σε τοπικά πρωταθλήματα. Ο Θανασάκος ήταν θέμα χρόνου να μην μείνει απαρατήρητος. Τα συστήματα, η φυσική κατάσταση, οι κανόνες του παιχνιδιού υπάρχουν και για αυτούς που δεν είναι ψηλοί. Γιατί πολλοί παριστάνουν τους ψηλούς. Όσο ασχολείσαι με το άθλημα τα μαθαίνεις όλα αυτά. Και βρίσκεις ομάδα στο τέλος. Και αυτό που μένει αφού κάνεις τις προπονήσεις και μάθεις, είναι να χώνεις τη μπάλα μέσα στο καλάθι και να σκίζεις όλους τους υπόλοιπους. Και έτσι ο Θανασάκος είναι σίγουρος οτι θα βλέπει μια μέρα τον εαυτό του να πετάει από το low post με τις 2 χερούκλες να καρφώνει στη μάπα του αντιπάλου ενώ τον παίρνει παραμάζωμα, ο κόσμος να χάνεται στην έκσταση της χαράς του να βλέπεις τον ψηλό να κάνει αυτό που η μαμά φύση μέσα στα γονίδιά του τον προγραμμάτισε να κάνει. Το αυτονόητο.






Η ιστορία του ανθρώπου που έμενε ακίνητος

Είχα μείνει αρκετό καιρό σε εκείνη τη γωνία του δρόμου. Πέρασαν οι φίλοι, οι γκόμενες, άλλοι βρήκαν δουλειά, άλλοι έφυγαν, άλλοι μετανάστευσαν, με άλλους μαλώσαμε, άλλοι τα φτιάξαν μεταξύ τους, άλλοι παντρευτήκαν και κάναν παιδιά και έτσι έμεινα στο ράφι, μόνος. Μέχρι που συνειδητοποίησα οτι για όλα στη ζωή μου δεν φταίνε οι άλλοι που ήρθαν και έφυγαν, αλλά εγώ που είχα μείνει κολλημένος στην ίδια γωνιά.Τα χρόνια πέρασαν και συνεχίζουν και περνούν, ενώ μέρες όπως η παραμονή Χριστουγέννων, η Πρωτοχρονιά, το Πάσχα, ο Δεκαπενταύγουστος, τα γενέθλια έχουν σταματήσει να έχουν σημασία στην καθημερινότητα, μιας που δεν υπάρχει κανένας γύρω να τα γιορτάσουμε στη γωνίτσα. Έχω γίνει γραφικός. Κατάλαβα οτι ήταν καιρός να προχωρήσω και εγώ. Πήγα να σηκώσω τα βαριά μου πόδια και δεν σηκώνονταν. Ήταν κολλημένα στο πεζοδρόμιο. Κατάλαβα οτι η παράσταση αυτή θα συνεχίζεται για χρόνια, θα έρθουν κι άλλοι και μετά θα φύγουν και πάλι θα κλαίγομαι που δεν με πήραν μαζί τους όταν αποφάσισαν να την κάνουν. Ίσως να είναι καλύτερο να φωνάξω γιατρούς να μου κόψουν τα πόδια, έτσι κι αλλιώς άχρηστα ήταν, απλά με κάνουν να δείχνω περισσότερο γκόμενος. Ίσως πάλι αν μείνω εδώ και αποδεχτώ την ήττα μου να μπορέσω να απολαύσω βλέποντας τη ζωή μου να περνά καθώς σβήνει. Εγώ πάντως πόδια δεν κόβω. Ας μείνω εδώ. Ας ευχηθούμε οτι στο υπόλοιπο του μισού χρόνου που μου απέμεινε σε σχέση με τους άλλους να φτιάξω τη γωνία μου με κήπους με λελούδια που θα τα φροντίζω και θα τα ποτίζω και θα τα καμαρώνω να μεγαλώνουν, άσχετα από το αν πιστεύω οτι μου άξιζε κάτι παραπάνω.

Mikres fysalides pou skane kai kanoun pop tin wra pou xypnas

Το τραίνο που βάζεις 2,5 ευρώ σε ένα από τα καντράν του βαγονιού σα να αγοράζεις καπότες ένα πράμα ,αλλά καλύτερη παρομοίωση -σα να είσαι σε λεωφορείο του ΟΑΣΘ , που στην πραγματικότητα είναι το καινούργιο μετρό που μόλις πάλιωσε, μόλις και με τα βίας είναι σε θέση να σε πάει με ασφάλεια στον προορισμό σου μιας που οι πολυκατοικίες από πάνω , βομβαρδισμένες, είναι έτοιμες να πέσουν . το μελαγχολικό αλλά και αρκούντος κιτς σέπια ολοκληρώνουν το χρώμα του κλισέ γκόθικ πλάνου. Στο μετρό που μοιάζει περισσότερο με προπολεμικό τραίνο, ανεβαίνουν νέοι ηλικίας «έχω σταματήσει να πηγαίνω στο ποσείδι για διακοπές με τα βλαχάκια τους συμφοιτητές μου- και τώρα με το νόουτμπουκ παραμάσχαλα πάω να δικαιολογήσω τα λεφτά που βγάζω για μου αξίζει μια καλύτερη γκόμενα απ αυτές που χαζεύω όταν κάνω βόλτα στη Ζεύξειδος» και όλοι φαίνονται να βιάζονται γιατί αυτά τα κτίρια δεν φαίνονται να κρατάνε και για πολύ ακόμα.
Το κοπρόσκυλο με το λείο καφετί δέρμα και τα ύποπτα μοχθηρά δόντια τρέχει από πίσω του προσπαθώντας να μυρίσει το ζεστό του λάπτοπ . το προηγούμενο βράδυ το είχε ξεχάσει ανοιχτό στην άσπρη σελίδα με τη μικρή κάθετη γραμμούλα να αναβοσβήνει ζητώντας επιτακτικά να της γράψει κάτι , όπως ακριβώς η Μάγια, η Ουγγαρέζα στριπτιζού με την εμφανή κυτταρίτιδα και το σπυράκι στο πρόσωπο πριν 5 μέρες ,του ζητούσε επιτακτικά να του χορέψει αλλά αυτός και στις 2 περιπτώσεις είχε το νου του αλλού. στην προκειμένη περίπτωση είχε επικεντρωθεί στο να βρει ένα γρήγορο σχέδιο να απαλλαγεί από τον βλάκα σκύλο και να προλάβει να μπει στο τραίνο χωρίς την απειλητική του παρέα.
Εκείνη την ώρα το αντιφατικό τραίνο, στο σκοπίμως για την ιστορία αντιφατικό σκηνικό, αρχίζει και σφυρίζει. Μια κοπέλα περπατάει κατά μήκος του χωρίς ακόμα να έχει αποφασίσει να μπει μέσα. Το σκυλάκι σταματάει. Ο ήρωας μας, βρίσκει τη χρυσή ευκαιρία να χωθεί στο βαγόνι μέχρι που βλέπει την κοπέλα να τον κοιτάει. Δεν του φαίνεται αρχικά να είναι κάποια γνωστή , δηλαδή κάποια γκομενίτσα που με ανώριμο και βλακώδη τρόπο προσπαθούσε να της την πέσει αλλά αυτή δεν τον είχε ανάγκη και τον απομάκρυνε . αλλά κάτσε! Τώρα που την κοιτάζει καλύτερα, ήταν μια απ αυτές, ήταν η πιο σημαντική απ αυτές και η τελευταία απ αυτές μιας που μετά αρνήθηκε επίμονα να συνδεθεί συναισθηματικά με κάποια που δεν έπρεπε να περάσει πρώτα τουλάχιστον 2 μήνες μαζί του. είχε να την δει πολλά χρόνια και δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Είχε τα μαλλιά της αλλιώς, μια χωρίστρα στα πλάγια που την συγκρατούσε μια τσιμπίδα που είχε μια πλαστική πασχαλίτσα κολλημένη. Το πρόσωπό της ήταν τελείως διαφορετικό αλλά την κατάλαβε από τα κινέζικά της βλέφαρα που ανοίγουν μόνο μέχρι 3 μοίρες γωνία αλλά αρκούν για να σε διαπεράσει και σκανάρει το κουμάσι σου ή έτσι απλά το νομίζει πως κάνει, το βλέμμα της με τα καστανά μάτια και εκείνο το αμήχανα καχύποπτο χαμόγελο που του συνήθιζε να του κάνει ,και το κάνει και τώρα . Αν και κανονικά δεν θα έπρεπε, μιας που και αυτός δεν την είχε πια ανάγκη και είχε να την σκεφτεί πάνω από χρόνο, άσε που δε είχε πάει καιρός όταν συνειδητοποίησε ότι είχε γίνει ρόμπα ξεκούμπωτη τον καιρό που της την έπεφτε και άρχισε να ντρέπεται αρκετά για αυτά που της έκανε, αλλά και τι άλλο να έκανε ανάγκης και έρωτος ένεκα, δεν είπε όχι στην πρόκληση.
- Εεπ..
- χρόνια και ζαμάνια.
- καιρό έχω να σε δω.
- τι κάνεις?
- όλα καλά εδώ. Για πρώτη φορά όλα καλά . πήρα επιτέλους το κωλοπτυχίο και πηγαίνω στη δουλειά μου τώρα.
- Επιτέλους . χαίρομαι. Εγώ παντρεύτηκα . και πάω τώρα για παιδί .
- Ειλικρινά , χαίρομαι για σένα.



Τα έλεγε όλα αυτά καθώς έλαμπε από ευτυχία και σε κάθε περίπτωση προσπαθούσε να κάνει εμφανές στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι με τις 4 πολύτιμες πέτρες σε σχήμα σταυρού καθώς έτριβε την κοιλιά της για να δείξει ότι σε τούτη την κοιλιά δεν κατοικούν πίτσες όπως συνήθιζε αλλά ένας πολυκυτταρικός οργανισμός προϊόν προμελετημένου σεξ αμέσως μετά τον γάμο με σκοπό περισσότερο την τεκνοποίηση και λιγότερο στη διασκέδαση.

- Μπράβο και σε σένα .
- Μαλακία που δε μου στειλες πρόσκληση (είπε το τελευταίο από μέσα του –«σιγά μη σε φώναζα» απάντησε από μέσα της στην φωνή -προϊόν κακού εφέ στο έκο από ηχολήπτη της πλάκας)


Αν και τον χτύπησε στην καρδιά, πραγματικά το εννοούσε μιας που κατάλαβε μετά από καιρό ότι καλά κάνουν οι άνθρωποι που παντρεύονται. Δείχνει μια εξέλιξη. Ήθελε και αυτός να της πει με πολλές λεπτομέρειες και για τη δική του ζωή ότι είναι καλή και ότι έχει κουραστεί να γκρινιάζει για τα πάντα και να μεμψιμοιρεί, αλλά τότε ο κοινός νους του αποφάσισε ότι αν είχε να διαλέξει να πολυλογήσει σε κάποια από την οποία δεν έχει να κερδίσει τίποτα παρά μόνο να θέλει να της αποδείξει ότι ειλικρινά έχει αλλάξει τότε πραγματικά δεν θα είχε αλλάξει οπότε οι παραπάνω προτάσεις θα ήταν ψέματα και θα έχανε το τραίνο και μετά τη δουλειά του που περήφανα δούλευε σαν το σκλάβο από τις 9 μέχρι όσο πάει το τελευταίο εξάμηνο, ή να απλά έπαιρνε το τραίνο, θα διάλεγε το τραίνο.

-πρέπει να φύγω τώρα. Θα μπεις σε αυτό?
-ακόμα το σκέφτομαι. Έχω καιρό να επισκεφτώ την πόλη σας αλλά με περιμένει ο άντρας από πάνω.
-έγινε. Καλά να περνάς . απλά να θυμάσαι, ότι όλα καλά με μένα πια.
- θα το θυμάμαι.

Την κοιτάζει στα μάτια για τελευταία φορά.

Η πόρτα του τραίνου κλείνει καθώς προλαβαίνει να μπει μέσα και το τραίνο σφυρίζει για Τρίτη και τελευταία φορά. Τα καθίσματά του είναι ξεσκισμένα και ξεθωριασμένα καθώς προχωράει στο διάδρομο. Μόλις βρίσκει θέση κάθεται να επεξεργαστεί τη συνομιλία. Η καρδιά του χτυπάει.

Όταν κατέβηκε στη στάση προχωράει προς το δρόμο του κατεστραμμένου διπλανού κτιρίου, το άλλο, η εταιρία που δουλεύει είναι μια χαρά. Αλλά να σου πάλι και εκείνος ο αντιπαθητικός σκύλος που τον είχε πάρει από πίσω ξανά μπροστά του . αυτή τη φορά τρίζει τα δόντια του που μάλλον χρειάζονται οδοντίατρο, ωστόσο όσο και να πεις τη ζημιά τους θα σου την κάνουν . ο σκύλος ορμάει προς το χέρι του και η τσάντα με το λάπτοπ πέφτει κάτω. Εκείνη την ώρα, ο σκύλος γίνεται μια φυσαλίδα που σκάει, το γαύγισμά του γίνεται η καμπάνα της εκκλησίας που χτυπάει δίπλα στο κολόσπιτο που αποφάσισε να νοικιάσει χωρίς να υποψιαστεί τη μέρα που το νοίκιασε ότι μια εκκλησία είναι πάντα χρήσιμη να σε ξυπνάει το πρωί που γυρνάς από το ξενύχτι και μόλις αρχίζει να σε παίρνει ο ύπνος, και ο ήρωας ανοίγει τα μάτια του. γυρνάει από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και βλέπει στο τραπέζι το λάπτοπ με το άδειο γουόρντ. Δεν ξύπνησε καλά καλά , και αμέσως πηγαίνει στο γραφείο του να γράψει όλα αυτά που δεν της είπε.

Το κορίτσι με το τέρας στο πλευρό της


Ήταν μια τυπική μέρα για το σύμπαν, μέχρι που αυτό αποφάσισε να αυτοκαταστραφεί , γιατί είχε μπουχτίσει με όλους τους μαλάκες που ζούσαν σε αυτό. Θεώρησε όμως σωστό να δώσει μια ευκαιρία σε ένα γήινο όν που θα το κάνει να συγκινηθεί και να το σώσει από το σκοτάδι που θα έπεφτε, και τίποτα μετά δεν θα έχει νόημα εκτός από αυτό το ον που θα ζήσει τη στιγμή για πάντα. Και αυτό είναι καλό. Είναι η μεγαλοψυχία του. Γιατί για 10 δις χρόνια τα πάντα αλλάζουν και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Και για έναν τυχερό, όλα θα είναι το ίδιο συναίσθημα μέχρι το άπειρο.
Η παραλία είναι γεμάτη με ανθρώπους. Αυτούς τους ανθρώπους που το σύμπαν αποφάσισε να καταστρέψει. Τις ρακέτες τους, το βόλει, το μπανιστίρι που κάνουν βλέποντας ωραίους κώλους , τις μπύρες που πίνουν και τη μόστρα που κάνουν για να αναδείξουν το κομμάτι της κοινωνικής τους γαματοσύνης που τους διέπει και όλους αυτούς που ακόμα δεν βρήκαν αυτό που έψαχναν ή χάσαν αυτό που έψαχναν μια ζωή ή απλά δεν ήταν αρκετά καλοί για να τους αξίζει κάτι.
Ο ηισούς περπατάει στην παραλία . στην πραγματικότητα είναι ένας ακόμα βλάκας που φοράει παρεό μέχρι τα σανδάλια του, έχει μακρυά μαλλιά και μούσι που μόλις τελείωσε το μπάνιο του και επιστρέφει στη σκηνή του. Θα καεί και αυτός μαζί με τους άλλους αν και μόλις συγχώερεσε την γκόμενα που τον παράτησε για κάποιον πιο καλόγουστο από αυτόν.
Παραδίπλα στον ηισού ξαπλώνουν 2 κορίτσια. Η μία κοιτάζει την άλλη στα μάτια και συζητάνε για κάτι που ποτέ κανείς δεν θα μάθει. Κανείς δεν ξέρει αν είναι κολλητές. Η μία είναι η πιο όμορφη γυναίκα στην παραλία. Η άλλη είναι μισός άνθρωπος μισός τέρας. Όχι οτι δεν είναι όμορφη , απλά ποτέ κανένας άνθρωπος δεν την άντεξε, μιας που είχε το χούι να τρώει ένα κομμάτι από τη σάρκα κάθε ανθρώπου που είχε ανάγκη. Και όλοι την παραμέρησαν γιατί κανένας δεν θέλει να τον δαγκάνουν. Της είπαν πως είναι τρελλή, ηλίθια, δυσλειτουργική. Και ήταν. Αλλά το τελευταίο διάστημα έμαθε να το κρύβει καλά. Για όλους τους άλλους είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Για να το πετύχει αυτό, αποφάσισε να μην επιτρεψει ποτέ τον εαυτό της να ερωτευτεί ποτέ ξανά κανέναν και να θάψει βαθειά την καρδιά της και τα θέλω της. Άμα θέλεις κάποιον πολύ, χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα και οι δουλειές σου πάνε πίσω. Και αυτό που ήθελε ήταν να δουλέψει. Η άλλη, η μικρότερη, έχει τον γκόμενό της παραδίπλα να της αλείφει το λάδι στην πλάτη της. Είναι γενετικά προγραμματισμένη για να καταλήξει στην τροπαιοθήκη κάποιου που θα την αγαπάει γιατί είναι απλά η πιο όμορφη. Και αυτό είναι μια δουλειά δύσκολη. Το μόνο της πρόβλημα ήταν οτι εκείνο το καταραμένο κουνούπι που δεν την άφησε να κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ γιατί είχε βάλει στόχο τα καλοσχημαστισμένα της οπίσθια και ο κώλος της έγινε τούμπανο από τα σπυράκια.
Για την υπόλοιπη παρέα που τις βλέπει να είναι ξαπλωμένες πλάι πλάι φαίνονται σαν 2 κολλητές που μοιράζεται η μία στην άλλη τα μυστικά της. Για ένα όμως πιο έμπειρο μάτι, οι έντονες ματιές δεν υποδηλώνουν μια στενή φιλία αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Η έλξη που νιώθουν τα 2 σώματα είναι σχεδόν ακατανίκητη ακόμα και από την ακατανίκητη διάθεση να πάς να χτυπήσεις στο κεφάλι τον dj με έναν λοστό για την χειρότερη μουσική που μπορεί να παίξει κανείς την ώρα που δύει ο ήλιος με τα πριόνια που παίζει. Τα σώματα έρχονται πιο κοντά το ένα στο άλλο. Η μικρή χαϊδεύει γλυκά με το χέρι της το πρόσωπο της άλλης ενώ τα μάτια της αντικατοπτρίζονται στην κόρη του ματιού του τέρατος που μόλις συνειδητοποιεί ότι ήρθε η ώρα να φάει. Λίγο αργότερα η μικρή της βγάζει τη βλεφαρίδα που έπεσε στα μάτια της.

Ο γκόμενος της κοπέλας, αδυνατεί να καταλάβει τι δεν πάει καλά με την εικόνα που βλέπει. Είναι αρκετά ηλίθιος και ο εγωισμός του μπερδεύει την αλήθεια. Αρχικά , αποφασίζει να κάτσει πιο κοντά σε αυτήν, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν μάλλον πενιχρό. Στη συνέχεια παίρνει ακόμα πιο δραστικά μέτρα , την αρπάζει από τη μέση και τη φιλάει. Στα χείλη του νιώθει τα χνώτα της άλλης, στα μάτια της νιώθει την απόσταση μέχρι τις Ινδίες. Όταν το μυαλό αρνείται τα σημάδια της καινούργιας πραγματικότητας, τότε προσπερνά το όριο της γραφικότητας. Αρπάζει τη φωτογραφική μηχανή και την σηκώνει από την άμμο για να βγουν μαζί φωτογραφία. Το δάχτυλο πατάει το κουμπί. Η φωτογραφία που θα φανεί όταν περάσει το usb στο λάπτοπ θα δείξει τον βλάκα να κρατάει αγκαλιά την κοπέλα που το κεφάλι της θα στρίβει την ώρα που κοιτάζει την φίλη της να την κοιτάει και να λιώνει, ενώ η άλλη είναι έξω από το κάδρο. Η κοπέλα σηκώνεται , εμφανώς μπερδεμένη από την αντίδραση του γενετικά προγραμματισμένου για να είναι ο άνδρας της και πάει στην θάλασσα.
Το αγαλματένιο της κολομέρι, αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα και κοιτάζει το άπειρο με τα χέρια ακουμπημένα στη μέση της, τα ποδαράκια της γλύφουν το κύμα και τα μακριά της μαλλιά προσπαθούν να στεγνώσουν ενώ ακουμπούν γλυκά στη μέση της, ενώ η θάλασσα κοκκινίζει από τον τελευταίο ήλιο που βασιλεύει και θα δει ποτέ ο κόσμος. Η κοπέλα- τέρας την θαυμάζει από μακριά. Θέλει να την φάει ολόκληρη. Σκέφτεται « την πούτσισα». Και νιώθει ήδη να της λείπει. Όταν η άλλη γυρνάει πίσω στην πετσέτα της νιώθει σαν να της έλειψε ώρες. Και αμέσως κουρνιάζει η μία στην άλλη για να συνεχίσουν αυτό που άφησαν στη μέση.
Τα σώματα ουρλιάζουν και δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν τα νέα δεδομένα. Γιατί από παλιά αποφάσισε το μυαλό μας να είναι το αφεντικό και να μας σώσει από το λάθος που κάνουν τα σώματά μας. Το σώμα διψάει για λίγη αγάπη , μα το θηρίο παραμονεύει στη γωνία ελπίζοντας ότι σε λίγο η συγκάτοικος θα την πατήσει. Και κανείς δεν έχει αποφασίσει ακόμα πιο από τα 2 κάνει το σωστό και ποιο το λάθος την ώρα που το σύμπαν αρχίζει και παίρνει την εκδίκηση του. Οι πρώτες φωτιές από τον Αμαζόνιο μέχρι την Χαλκιδική καίνε τα πάντα και οι σεισμοί ξερνάνε πτώματα.
Αλλά στην παραλία έχει ακόμα φως.
Ο κόσμος αρχίζει και αργοσβήνει γύρω τους. Οι μαλάκες με τις ρακέτες , η εκκωφαντική μουσική του μπιτς μπαρ που χορεύουνε οι μεθυσμένοι βλάχοι, τα κουνούπια, όλα. Μόνο αυτές, η θάλασσα και το νερό που κυλάει. O χρόνος αρχίζει και διαστέλλεται. Το σύμπαν συγκινημένο γίνεται μάρτυρας. Το θαύμα της αγάπης συμβαίνει αυτή τη στιγμή σε μια παραλία. Τους κάνει τη χάρη να χαμηλώσει τη μουσική και τους ανθρώπους και να τους πάει στα βαθιά νερά πάνω σε ένα διπλό τεράστιο στρώμα. Εκεί δεν υπάρχει ψυχή. Εδώ συμβαίνουν όλα τώρα και για όσο καιρό αυτό θα κρατήσει. Κάτι που ο καθώς πρέπει κόσμος θα απορρίψει. Γιατί δεν έχει συνηθίσει να το βλέπει.
Τα 2 νεογέννητα μωρά που τα χωρίσανε από τη γέννα ξανασμίγουν. Η μεγάλη αρπάζει τα χείλια της μικρής. Αρχίζουν να φιλιούνται. Στην αρχή διστακτικά μετά με πάθος. Το τέρας αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Και έτσι, ο μισός άνθρωπος είχε χώρο για έναν μισό ακόμα.
Ακούει την καρδιά της να ραγίζει. Κυλάει ένα δάκρυ στα μάτια της. Για όλα αυτά που θα ‘ρθουν. «Εγώ δεν γεννήθηκα για ζήσω με μια γυναίκα» σκέφτεται η μικρή. «Θέλω να είμαι σε άλλου χέρι. Γιατί πρέπει. Δεν ξέρω γιατί είμαι μαζί σου. Δεν έχω συνηθίσει μια ζωή σαν και αυτή». « και που να ήξερες τα κενά που έχω σαν άνθρωπος. Ότι ποτέ κανένας δεν με αγάπησε. Ότι δεν έχω λεφτά να πηγαίνουμε διακοπές. Ότι μια μέρα θα το μετανιώσεις» σκέφτεται η μισή γυναίκα. Άσε που το τέρας μια μέρα θα ξυπνήσει. Και θα είναι κακότροπο, προδομένο και πεινασμένο. Και τότε θα κατασπαράξει την όμορφη κοπέλα και στο τέλος τον εαυτό του τον ίδιο την επόμενη μέρα που ποτέ δεν θα έρθει. Αν δε φύγει το τέρας από μέσα της , δεν έχει καμιά ελπίδα στην αγάπη.
Το σκοτάδι αρχίζει και απλώνεται στην παραλία. Όλοι και τα πάντα έχουν καεί. Τα ψάρια σιγοβράζουν. Η στιγμή που έζησαν τα μοναδικά πλάσματα που απέμειναν στον πλανήτη αρχίζει και αργοσβήνει. Η μεγάλη παίρνει την απόφαση και βουτάει στο νερό, μακριά της. Πιθανότατα καλύτερα. Πήρε μια απόφαση και για τους 2. Νομίζει πως ήταν η σωστή. Πάλι την πάτησε. Μένει όμως με την στιγμή που κράτησε στην καρδιά της. Όλα αυτά τα χρόνια κάτι τέτοιο περίμενε. Και αυτό είναι μια παρηγοριά. Ίσως η μεγαλύτερη νίκη που θα μπορούσε να έχει. Και είναι ευτυχισμένη. Που το έζησε. Που μετά έκανε το σωστό. Σε λίγο σβήνει ότι απέμεινε. Λίγο πριν πέσει το πιο βαθύ σκοτάδι τα κατάφερε. Η όμορφη κοπέλα εξαφανίζεται. Το τέρας έμεινε και πάλι μόνο.
Μια καρδιά όμως έχει συνεχίζει και χτυπάει.



Το γονίδιο του άπιστου συζυγου

πείραμα: ας τοποθετήσουμε σε ένα απομωνομένο νησί 2 άντρες και μια γυναίκα. ο ένας άντρας, ο άντρας Α είναι ελκυστικός, ο άντρας Β είναι αποκρουστικός χοντρός. με ποιόν θα πάει η γυναίκα? με τον άντρα Α φυσικά. δε πα να μην ταιριάζουν τα ζώδιά τους..
Ας υποθέσουμε τώρα οτι στην παρέα μπαίνει και ένας άντρας ακόμα, ας τον πούμε Γ, ο οποίος είναι μια ενδιάμεση κατάσταση εμφανισιακά ανάμεσα στον Α κ Β. με ποιόν τώρα θα πάει η γυναίκα? φυσικά θα εξακολουθήσει να είναι με τον Α.
Αν τώρα υποθέσουμε οτι μήνες έχουν περάσει, και ο Γ επειδή θέλει και αυτός να κάνει έρωτα τη γυναίκα, αρχίζει να κάνει δίαιτα, να χάνει κιλά, να εξασκεί το μυαλό του, και ταυτόχρονα, ο άντρας Α, έχοντας φχαριστιθεί το σεξ, αρχίζει και προσπαθεί λιγότερο, τεμπελιάζει, τρώει και παχαίνει περισσότερο και τελικά φτάνουν σε ένα σημείο ο άντρας Α και ο άντρας Γ να φαίνονται εξίσου ελκυστικοί και εξίσου έξυπνοι, με ποιόν θα πάει τώρα η γυναίκα?
και αν υπάρχει κάποιο σημείο που ο άντρας Γ θα έχει ξεπεράσει τον Α, ενώ ο Α έχει ξεπέσει εντελώς και έχει γίνει ένας άχρηστος, ποιό είναι αυτό το σημείο όπου η γυναίκα αλλάζει την προτίμησή της από τον Α στον Γ?

απάντηση: Tο γονίδιο της απιστίας.
έχει παρατηρηθεί σε ένα είδος εργαστηριακών ποντικών οτι αυτά που διαθέτουν το "γονίδιο της πίστης" τα ποντικάκια πάνε και ζευγαρώνουν και κάθονται μέχρι να πεθάνουν με την "πρώτη" τους αγάπη, ενώ και τα 2 προσέχουν τα μικρά τους. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες τους αφαίρεσαν γεννετικά το εν λόγο γονίδιο, και ω της εκπλήξεως παρατήρησαν τα ποντικάκια να ΠΗΔΙΟΥΝΤΑΙ ΟΛΑ μεταξύ τους αδιακρίτως και συνέχεια, και κανένα να μη προσέχει τα μωρά.
το γονίδιο της πίστης (ο ρομαντικός έρωτας που διαρκεί), υπάρχει εξελικτικά, ωστε να καταναλώνουμε λιγότερη ενέργεια ( να μην σπαταλάμε συνέχεια ενέργεια για να προσελκύουμε το αντίθετο φύλλο από τη μια, και από την άλλη να μεγαλώνουμε πιο αποτελεσματικά τα μικρά μας). Αντίστοιχα το γονίδιο της απιστίας, δεν εξαφανίστικε (δηλαδή οι πρόγονοι πίθηκοι, θέλαν να υπάρχουν και "πουτανάκια" αλλά και "μπερμπάντηδες" και δεν τους απομόνωσαν) διότι οι προηγούμενοι συνέβαλλαν στην βιοποικιλότητα του είδους. άλλες φορές "σύνέφερε" στους αρχαίους να πηδιούνται ασύστολα, και άλλες, να προσέχουν τα μικρά τους.

οπότε τώρα το αρχικό ερώτημα που έθεσα, βάση αυτής της σκοπιάς ίσως και να βρίσκει απάντηση, στο γονίδο της συζύγου. αν αυτή "δεν το έχει", υπάρχει περίπτωση να πάει ακόμα και με τον χοντρό Β. αν το έχει, ακόμα και ο Γ να "ισοφαρίσει" τον Α δεν έχει ελπίδες. θα πρέπει ο Α να γίνει πρακτικά σαν τον Β για να καταλάβει η γκόμενα οτι μάλλον κάνει λάθος.
Αυτά τώρα, αν τα πάρουμε και τα εφαρμόσουμε όχι σ'ένα νησί, αλλά σε μια κοινωνία, οπου οι "υποψήφιοι" γκόμενοι είναι πολλοί και ανταγωνίζονται για τα όμορφα θηλυκά, ενώ το ένα θηλυκό ζηλεύει το άλλο, και όλοι λειτουργούμε βαθειά μέσα μας με βάση την καλύτερη επιλογή που θα εξυπηρετήσει το συμφέρον μας, όλα τα παραπάνω αρχίζουν και "θολώνουν" , φτάνουμε στο σημείο ορισμένες φορές να μην ξέρουμε τι είναι το καλύτερο για τους εαυτούς μας, ειδικά οταν οι περιπτώσεις είναι περίπλοκες.

όπως και να χει πάντως, όπως οι χιμπατζήδες περιποιούνται ο ένας την πλάτη του άλλου και την ξεψειρίζουν, έτσι και στις γυναίκες μας, τους αρέσει να μας σπάνε τα σπυράκια που έχουμε στην πλάτη και να μας βγάζουν τις τρίχες που πέφτουν από τα βλέφαρά μας, στα μάτια μας. το πως φτάνεις ως εδώ είναι η αδυσσώπητη μάχη και το πως το διατηρείς όλο αυτό είναι το θέμα.

Η απενοχοποίηση της τεμπελιάς

Η λέξη τεμπέλης είναι ακριβώς όπως η λέξη μαλάκας. Το λες για να ξεμπερδεύεις επειδή δε σε πολυνοιάζει ο άλλος. Όταν κάποιος κάνει έναν λάθος υπολογισμό τον αποκαλείς μαλάκα και τελειώνεις. Οπότε πως ορίζουμε με την ίδια λογική την τεμπελιά? Με το χάσιμου χρόνου.τί Γίνεται τώρα αν κάποιος που νοιαζόμαστε χάνει τον χρόνο του?
Ας υποθέσουμε το εξής.
Ο Α και ο Β δίνουν ραντεβού σε ένα σημείο του κέντρου στις 7.00 μμ. Ο Β είναι στο καφέ και περιμένει τον Α που είναι στο σπίτι του που απέχει μισή ώρα από το καφέ. Ο Β, εφόσον ο Α έρθει στην ώρα του, θα του δώσει 50 ευρώ. Για κάθε λεπτό που αργεί ο Α, ο Β τον τιμωρεί με πρόστιμο 1 ευρό. Υπάρχουν άρα οι εξείς περιπτώσεις:
Ο Α να μην γουστάρει τον Β και να μην εμφανιστεί ποτέ. Επιπλέον δεν τον ενδιαφέρουν τα 50 κολοευρώ του οπότε προτιμά να κατεβάσει και να δεί καμιά ταινία στο ίντερντετ στις 7.00 μμ ενώ ξυνεται. Ο Α είναι τεμπέλης? Όχι. Λειτουργεί βάση συμφέροντος. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και να χάσει χρήματα και να ξύσει το πουλί του, για αυτόν είναι κέρδος. Αρα δεν χάνει τον χρόνο του. Άρα δεν είναι τεμπέλης.
Ο Α να μην γουστάρει τον Β αλλά να έχει ανάγκη τα χρήματα.
Ι. Αν ο Α έρθει στην ώρα του και δεν χάσει ευρώ, τότε, έχει κερδίσει 50 ευρώ. Άρα δεν είναι τεμπέλης*.
ΙΙ. Ο Α να αργήσει λίγο. Από εντός λογικών ορίων μέχρι και ‘έστω οτι τα κατάφερε την τελευταία στιγμή’ και κέρδισε τουλάχιστον 1 ευρώ (1-49 λεπτά καθυστέρηση), άνθρωποι είμαστε, κάτι πάει στραβά, κάτι λάθος υπολόγισε ο Α ή κάτι θα του τυχε, πάλι τεμπέλη δε τον λες.
ΙΙΙ. Ο Α να καθυστερύσει πέραν των 50 λεπτών και να χρωστάει κι από πάνω. Με άλλα λόγια να αρχίσει να έχει κόστος η αργοπορία του, δηλαδή να χάνει χρόνο ΕΝΑΝΤΙΑ στο προσωπικό του συμφέρον. Αυτό εδώ με τη σειρά του, το λες Τεμπελιά επιφανειακά αλλά κρύβει με τη σειρά του άλλες 2 περιπτώσεις.
Να είναι ηλίθιος και να κάνει μονίμως σφάλμα στον υπολογισμό της ετοιμασίας και της διαδρομής, οπότε τον λέμε ηλίθιο πολύ πιο πριν ακόμα τον πούμε τεμπέλη**.
Να έχει υπολογίσει σωστά μέσες άκρες τον χρόνο που χρειάζεται, αλλά για κάποιον λόγο να μην επιλέγει να το κάνει. Η τελευταία περίπτωση και πάλι , ονομάζεται αυτοκαταστροφή και οφείλεται σε ψυχικούς παράγοντες.
Ακόμα και αν ο Β δεν ήταν αχώνευτος αλλά η γυναίκα της ζωής του που υπεραγαπά και ακόμα και έτσι, την στήνει με τις ώρες, αυτό εδώ νορμάλ δεν το λες.
* Εξελικτικά έχει επικρατήσει το να αργούμε περισσότερες φορές στα ραντεβού μας παρά να ερχόμαστε νωρίτερα, για τους ίδιους λόγους που προτιμούμε να παχαίνουμε από το να αδυνατίζουμε. Διότι η εντροπία αυξάνεται αυθόρμητα. Για την μείωση της, χρειάζονται επιπλέον ποσά δαπάνης ενέργειας, που δεν είμαστε διαθετιμένοι να δώσουμε.
** Επίσης να μην υποτιμάται σε καμία περίπτωση η πραγματική συχνότητα που συμβαίνει το ενδεχόενο 2 ΙΙΙ b. Η ανθρώπινη βλακεία. Οι άνθρωποι, πάλι για ενεργειακούς λόγους, προτιμούν να σκέφτονται όσο το δυνατόν λιγότερο, για τον ίδιο λόγο που δεν θέλουν να κάνουν γυμναστική και να λουφάρουν το τρέξιμο. Μπορεί μεν αν μοχθήσουν, να έχουν καλύτερο σώμα, αλλά έχουν συνηθίσει να είναι σαπιοκοιλιάδες και να μην σκέφτονται.

Η χρήση του ΜΟΥ


Είναι της μοδός τον τελευταίο καιρό να χρησημοποιείται ευρέως η αντωνυμία ‘ΜΟΥ’ μετά από την προσφώνηση ενός ονόματος. Ιστορικά, η πρώτη χρήση του «μου» τοποθετείται στην συνάντηση κορυφής στα τέλη 80’s Ανδρέα Παπανδρέου- Κων/νου Μητσοτάκη που ως άσπονδοι εχθροί, σε υψηλό κλίμα πόλωσης ιδεολογικού χάσματος και σκανδάλων, και ενώ ο ένας ήθελε να κλείσει τον άλλον φυλακή, μπροστά στους έκπληκτους δημοσιογράφους ακούστηκε το ιστορικό «Ανδρέα ΜΟΥ, Κώστα ΜΟΥ» ως ένδειξη «πολιτικού πολιτισμού» για εκείνη την εποχή. Οστώσο, η διασπορά της χρήσης του Μου, στην ελληνική κοινωνία τοποθετείται κάπου στα 90’ς και πρωτοχρησιμοποιήθηκε από την γκέι κοινότητα, ειδικότερα αυτής των θηλυπρεπών μόδιστρων, καθώς προσφωνούσαν τα μοντέλα και τις τηλε-παρουσιάστριες της εποχής, πχ Ρούλα μου, ως μια αμήχανη απόπειρα ευγενείας, οικειότητας και λανθάνουσας ένδειξης έλξης, καθώς οι ίδιοι δεν γνωρίζουν και ούτε τους ενδιαφέρει το άθλημα του να προσελκύσουν το ασθενές φύλλο, προσεγγίζοντάς τες περίπου σαν τον Παπανδρέου που χαιρετάει τον Μητσοτάκη (στην λιγότερο ευγενική εκδοχή, όταν ένας πούστης που νιώθει αμηχανία, θέλει να φανεί ευγενικός σε μια γκόμενα που δεν θέλει να γαμήσει). Στη συνέχεια, τα μοντέλα που άκουγαν επί χρόνια να τις φωνάζουν (Τζέννη μου, Βίκυ μου) μεγάλωσαν, οι κακές γλώσσες θα έλεγαν οτι γέρασαν, και θέλοντας να συνεχίζουν να κόβουν μεροκάματα από την επικαιρότητα, ασπάστηκαν το θέατρο, την τηλεόραση τον κινηματογράφο. Και έτσι διέσπειραν την ήδη λανθάνουσα χρήση του ΜΟΥ σε όλον τον καλλιτεχνικό κόσμο, ανεξαρτήτως σεξουαλικών προτιμήσεων. Μάλιστα, ένα διάστημα, και μόνο η προσφώνηση σε κάποιον με το ΜΟΥ, του έδινε αυτομάτως την καλλιτεχνική ιδιότητα, πέρα από το γεγονός, οτι μπορεί να είναι ο πιο άσχετος βλάχος που υπήρχε. Στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας η διάχυση άρχισε να γίνεται και στα λαϊκά στρώματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων κωδικών συμπεριφοράς και χρήσης του ‘μου’.
Η ενδεδειγμένη- και όχι απαραίτητη- χρήση του για τον γράφοντα για να μην γελοιοποιηθεί τελείως από την εν λόγο μόδα με βάση τις θεμελιώδες αρχές του Σαβουάρ βίβρ που εδίδαξε ο δάσκαλος των αρχών ευγενείας Χρήστος Ζαμπούνης είναι η εξής:
Α. Σε άνδρα γκέι, κοινώς, που έχει ασπασθεί τα «αλμυρά». Αυτό γιατί θέλουμε να τον κάνουμε να νιώσει άνετα μαζί μας αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούμε να συνάψουμε σεξουαλικές σχέσεις μαζί του. Επίσης το χρησιμοποιούμε και ως φόρο τιμής στους ομοίους του που το εισήγαγαν. Πχ, Τέλλο μου.
Β. Σε γυναίκα χονδρή ή αδιάφορη σεξουαλικά προς τα εμάς. Για τους παραπάνω λόγους, να νιώσει φιλικά μαζί μας, αλλά και να της στείλουμε το «μήνυμα» οτι ούτε εμείς είμεθα διαθετημένοι να της δώσουμε την απόλαυση του τόσο λαχταρά, αφήνοντάς την και μια ελάχιστη υπόνοια , για να νιώσει καλύτερα, οτι υπάρχει ένα ενδεχόμενο να είμεθα γκει και όχι επειδή δεν πάμε με ιπποπόταμμους. Πχ. Ελισσάβετ μου.
Γ. Σε γυναίκα δεσμευμένη που δεν θα επιθυμούσαμε ουτ οσει άλλος. Το χρησιμοποιούμε όσο πιο επιδεικτικά γίνεται σε περίπτωση που μας είναι αντιπαθής και είναι δίπλα της ο κακόγουστος άνδρας που βρίσκεται μαζί της, και θα την επέλεξε να υποθέσουμε, επειδή ούτε αυτός είναι καλύτερος, αλλλά με βάση την αρχή «το βέλτιστο όφελος για τον εαυτό μου είναι να πάρω την καλύτερη που μου αντιστοιχεί, στην εν λόγω περίπτωση αυτή που περισσεύει στα πανέρια», για να υπονοήσουμε μπροστά του το άτυχον της επιλογής του. Πχ -Τάκη μου Λίτσα μου, πόσο ταιριάζετε μεταξύ σας.
Δ. Σε άνδρα που διαφωνούμε σε δημόσιο διάλογο, μας έχει ήδη εκπλήξει το μέγεθος της βλακείας που κουβαλάει και προσπαθούμε να εκπολιτίσουμε την συζήτηση, ιδίως όταν μας παρακολουθούν και άλλοι, διότι, αν ήμασταν μόνοι θα του κάναμε στο τρίτο άκυρο επιχείρημα του τη γνωστή χειρονομία «μίλα με το χέρι».
Περιπτώσεις στις οποίες είναι καλό να αποφεύγεται το ΜΟΥ
Α. Σε γυναίκα με την οποία επιθυμούμε να συνάψουμε σεξουαλικές σχέσεις και επιθυμούμε γενικότερα. Η χρήση του ‘μου’ ενδέχεται να εκληφθεί είτε οτι είμεθα γκέυ είτε οτι προσποιούμεθα τους γκέις της περίπτωσης β οτι δλδ δεν μας αρέσει και προσπαθούμε να τις αποφύγουμε. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι καλό να ξεκινάμε την προσφώνηση με υποκοριστικό. Πχ, Αθηνούλα, Χριστινάκι, Γεωργίτσα
Β. Σε άνδρα που συνάπτουμε φιλικές σχέσεις, προφανώς για να μην λάβει κωδικωποιημένα σήματα πουστοσύνης. Ως γνωστόν, τα πουστ-ραντάρ δεν είναι μόνο ιδίωμα των γκέις αλλά και της αντροπαρέας. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει ζεστότερη και ευγενέστερη προσφώνηση από το : Ρε Μαλάκα.
Γ. Στις δεσμευμένες ωστόσο ελκυστικές γυναίκες. Ως γνωστόν, μια κουκλάρα, δεν περίμενε εσένα για να την «κανονήσεις» και δεδομένης της υψηλής ζήτησης που συγκεντρώνει γύρω της, ο τεράστιος ανταγωνισμός μεταξύ των αρσενικών, δίνει συνήθως τη θέση του στην τυχαία επιλογή ενός από αυτού που δεν είστε εσείς (στις μικρές ηλικίες κάτω των 25 καλοντυμένοι ελκυστικοί με αρκετούς φίλους νεαροί που τραβάνε και μέχρι τις μεγάλες ηλικίες οι πιο τυχεροί από αυτούς, αυτο θα το αναλύσουμε όμως σε άλλο κεφάλαιο). Το οτι μια γυναικάρα δεν είναι διαθέσιμη όμως, δεν σημαίνει οτι δεν της αρέσουν τα κοπλιμέντα και οι επευφημίες γύρω από την ομορφιά της. Θα ήταν κακόγουστο λοιπόν και προσβολή τόσο στην ομορφιά τους όσω και στα βαθύτερά μας ένστικτα, να τις συμπεριφερόμεθα ωσάν να είμεθα λούγκρες.
Υπάρχει βέβαια και το ενδεχόμενο να σας προσφωνήσει αυτή πρώτη με το «Λευτέρη μου» αυτό, σίγουρα καλό σημάδι, δεν το λες.
Πρόταση: ‘Go All the Way ‘δείξτε της οτι την προσφωνείτε σαν να τις επιθυμείτε ακόμα και αν δεν υπάρχει ο άντρας τους, προσφωνήστε τες δλδ, άμα τις ξέρετε λίγο περισσότερο, με το υποκοριστικό τους. Ακόμα και όταν δεν σας παίρνει. Στην χειρότερη θα βρείτε κάποιαν άλλη. Σίγουρα όμως θα τις κολακεύσετε και δεν αποκλείεται κάποιες μάλιστα να το εκτιμήσουν και να σας ανταμείψουν. Εξάλλου, ποτέ μην υποτιμάτε τα σφάλματα στα οποία έχουν πέσει οι μαλάκες οι άνδρες τους, δηλαδή την ανθρώπινη φύση, και μπορεί να περνάνε περίοδο συναισθηματική μετάβασης. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ένα καθαρόαιμο αρπακτικό δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία. Μια άλλη ενδεδειγμένη λύση είναι, άμα δεν τις γνωρίζετε καλά, να τις προσφωνείτε με το απλό καθημερινό τους όνομα. Πχ , γειά σου Μαρία (μια μέρα θα στον μπήξω πάντως να ξες).

Από πότε χρωστάμε φράγκα (η ιστορία του Ελληνικού Εθνους leftlover ’s version)


Απάντηση: από τότε που υπάρχουμε σαν κράτος. Γιατί? Γιατί το παιχνίδι ήταν στημένο από τότε.
1821, οι φύλαρχοι κυρρήτουν «Επανάσταση» με κύριο σύνθημα «ΓΑΜΙΕΤΑΙ Ο ΠΑΟΚ Κ Η ΤΟΥΡΚΙΑ». Η τουρκία ψιλοκοιμάται. Δεν ήταν η φάση που είχαν τουρκο πρόεδρο κανα Ζαγοράκη-Κεμάλ Τρεντο Τουρκ, είχαν κάποιον «πονόψυχο» σουλτάνο Μουσταφά «Μπατμαν» και πηγαίναν οι Τούρκοι στα παλάτια απ έξω στην Κωνσταντινούπολη και του κάναν μανούρα γράφοντας στους τοίχους «ΤΟΝ ΠΟΥΛΟ- ΜΠΑΤΜΑΝ ΦΥΓΕ». Με άλλα λόγια δεν ήταν στα καλύτερα τους και δεν τους πολυένοιαζε που 10 μπερδεμένοι μαζί με τα παπαδαριά σηκώσαν σημαίες στην Πελλοπόνησο και κάναν ιστορίες, λέγαν οι πονόψυχοι «ντανγκζει τώρα μ’αυτούς θ’ασχολούμαι?».
Και έτσι όταν οι φύλαρχοι φωνάξαν «Επανάσταση», όπως κάθε επαναστάτης που σέβεται το σκοπό του, το πρώτο πράμα που κοιτάζει όταν κερδίζει είναι τα φράγκα. Στην αρχή της επανάστασης, 5 βλάχοι δείραν 4 τούρκους μπάτσους σε ένα χωριό ,το κάναν θέμα και μετά ψήναν αρνιά «ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΜΕ ΤΟ ΣΟΥΛΛΛΙΙ». Και μετά το κάναν ακόμα μεγαλύτερο θέμα, όταν πάνω στη μπέκρα τους, μαζεύτηκαν σε ένα θέατρο και προκυρύξαν το Ελληνικό Βλαχο σύνταγμα. Από εκείνη τη στιγμή όμως, αρχίσαν οι βλάχοι να μαλώνουν για τα χωράφια και για το ποιος θα γίνει πρόεδρας, ενώ ακόμα η απελευθέρωση ήταν στα τσουκ-μουκ και ξεκίνησαν τον εμφύλιο.
Οι τούρκοι, μόλις είδαν οτι οι βλάχοι εκεί κάτω κάνουν μαλακίες, πρώτα σκοτώνουν τούρκους μπάτσους, μετά σκοτώνονται μεταξύ τους, ανησύχησαν. Λένε «να το δούμε σοβαρά». Γι αυτό, ο σουλτάνος πήγε και προσέλαβε πολυάριθμο τακτικό στρατό του Ιμπραήμ από την Αίγυπτο. Σε αντάλλαγμα ο Ιμπραήμ πήρε γκόμενες και όσα χαλούμια και σφεταλιές θέλει από την Κύπρο, και όλη την Κύπρο δώρο. Και έτσι, άρχισε η Αραπιά να επελαύνει και να καίει τα πάντα. Στο στρατόπεδο των βλάχων εντωμεταξύ, τον Κολοκοτρώνη τον χώσαν φυλακή γιατί ήταν με τους άλλους που χάσαν, και τον στρατό τον είχαν αναλάβει κάτι έντεχνοι. Και πήγαν καμαρωτοί καμαρωτοί να αντιμετωπίσουν τον Αράπη με τις κιθάρες . Και ο Αράπης τους ξεκόλιασε, τους πετσόκοψε, τους σούβλισε, τους πήδηξε τις γυναίκες, τους κρέμασε, τους έβάλε να ανατιναχτούν μέσα στον Παρθενώνα, τους άφησε να ψοφήσουν στην πείνα, έβαλε τις γκόμενες να πηδάνε από γκρεμούς χορεύοντας και έσβηνε μια προς μια τη φλόγα της βλαχο επανάσταστης.
Freeze. Δηλαδή άμα παγώναμε το πλάνο τότε και μπορούσαμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω χωρίς να ξέρουμε τι θα γίνει στο μέλλον, η sporting bet θα έδινε να μιλάμε τούρκικα στη Μύκονο το καλοκαίρι απόδοση 1,1. Τί έγινε και γίναμε κράτος?
Είναι ένα παιδάκι, τί παιδάκι δηλαδή, ένα τσογλανάκι. Βγήκε στο δρόμο με την αλυσίδα και αρχίζει και βαράει μια βιτρίνα. Τον παίρνει χαμπάρι ο νταής ο καταστηματάρχης, το αρπάζει και το αρχίζει στα βρωμόσουτα. Το πιάνει από το αυτί «θα ξανασπάσεις μαλακισμένο?». Εκείνη την ώρα, σκάνε μύτη 3 φουσκωτοί νύχτες από τη Σταυρούπολη που κάναν και πόρτα, χωρίς λαιμούς, ντουλάπες, πιάνουν τον καταστηματάρχη από το γιακά και του λένε με στραβό στόμα «ΑΣΕ το παιδί ρε? Άστο ήσυχο μη σε στείλω νοσοκομείο». Ο καταστηματάρχης, ως ήταν φυσικό έκλασε να τα βάλει με τους μαφιόζους και το άφησε το παιδί ήσυχο. Οι μαφιόζοι λένε στο μικρό «ΣΠΑΣΕ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ, ΣΠΑΣΕ ΜΗ ΜΑΣΑΣ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ». Και παίρνει φόρα το τσογλανάκι με την αλυσίδα κατεβάζει όλη τη τζαμαρία και χαίρεται.
ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ! ΓΙΟΥΠΙΙΙΙΙ !!! ΕΛΕΥΘΕΡΙΙΑ!! Φώναξαν οι βλάχοι ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ! Γράψαν τα βιβλία της ελληνικής ιστορίας. Και γιατί μας βοήθησαν οι Αγγλοι-Γάλλοι-Ρώσσοι? Γιατί είδαν τζάμπα λιμάνια. Tax-free, να πηγαινοέρχονται με τα καράβια τους όπου γουστάρουν, να κάνουν τα μπάνια τους με τις γκόμενές τους στα νησιά, να κουβαλάν τα αρχαία τους από την πόλη των ουρακοτάγκων στον πολιτισμένο τους κόσμο (laundry λαθοκαπηλείας), και επειδή γουστάρουν να διοικούν. Μα το κυριότερο. ΝΑ ΒΓΑΖΟΥΝ ΦΡΑΓΚΑ. «Μικρέ, έλα δω, έλα δω.. Δε στα κανα τζάμπα..πάρε και ένα δάνειο για να μας χρωστάς για πάντα..(20 φορές πιο πάνω από την τιμή της τζαμαρίας) και αν δεν μας το πληρώσεις, θα σε δώσουμε στον κακό? Ντάξει?» «Ντάξει». Οπότε στήθηκε ένα κράτος, για να πλερώνει χρέη και ένα κομμάτι πάντα να το τρώνε αυτοί που τους εκλέξαμε ωστε να βολεύουν τα παιδιά μας στις κολοεπιχειρήσεις τους εξ αρχήηηηης.. Με άλλα λόγια, το τίμημα για να αυτοορίζεσαι ως ξεχωριστό κράτος ήταν να αγοράσεις «προστασία» των ξένων δυνάμεων, ν’αφήνεις τους μαφιόζους να μπαινοβγαίνουν στο γραφείο σου, να τους χρωστάς από πάντα και ότι σου λένε να τους λες «ναι».
Μπορεί μεν τώρα να μην έχουμε καμιά δικαιολογία, ωστόσο υπάρχει κάτι άρρωστο από τη μέρα που γεννήθηκε. Και όπως έλεγε ο Γούντι Άλλεν που έλεγε ότι το έλεγε ο Σοφοκλής «καλύτερα να μη γεννιόμασταν εξ αρχής»

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΟΥ ΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΑΤΗΣΩ ΟΛΑ



Δηλαδή, έχω κουραστεί μονίμως να προσπαθώ να υπερβάλλω τον εαυτό μου. Και ως εδώ που έφτασα μπορεί να είναι και καλά. Να σταματήσω να γράφω, να φρεσκάρω τις γνώσεις μου στο autocad, να στείλω βιογραφικά σε όλα τα τεχνικά γραφεία και τις περιβαλλοντικές εταιρείες που υπάρχουν, όλο και κάποιος μαλάκας αφεντικός θα έχει έναν μηχανολόγο ανάγκη, θα μου πει «9.00-21.00, το παλιό χιλιάρικο-δηλαδή 800 τόχεις?» «το χω». κάνω και 3 φίλους συναδέλφους. Αγοράζω και ένα σακάκι της προκοπής. Πηγαίνω με τους 3 μηχανολόγους στο σάρκ ή στο βογκ. Βρίσκω καμια στεναχωρεμένη μουνάρα που κάνει την πασαρέλα της «όλα καλά?» «όλα καλά» μου λέει.. «το αγόρι σου?» «Ο Μάνος έχει ανοίξει ένα ιντερνετικό σοπινγκ μαγαζί που έχει μπει μέσα και εγώ πληρώνω τα νοίκια. Κουράστηκα» «τέλεια.. καφεφάκι?» «όποτε θες πες μου». Μετά το πήδημα, χτυπάει η ροζ θηκη με το κινητό της για τρίτη φορά. Φανερά αμήχανη, το παίρνει και στην τουαλέτα και στέλνει μήνυμα. Μετά ξαναχτυπάει το κινητό. Απομακρύνεται λίγο περισσότερο. Την ακούω να λέει ψιθιριστά «Τελειώσαμε Μάνο. Στο καλό». Τρία χρόνια αργότερα, μετακομίζουμε σε ένα πιο ευρύχωρο σπίτι. Σε ένα διήμερο ταξίδι με ένα άλλο ζευγάρι μηχανολόγων, της κάνω πρόταση γάμου. Οι 3 μηχανολόγοι φίλοι μου με τα γυαλιστερά σακάκια από το γραφείο βγάζουν τις «στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό» pics στο facebook μαζι φυσικά και από το φωτογραφικό υλικό στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με τα περήφανα πεθερικά, τους βλάχους καλεσμένους, την μάνα μου τη χαζή να κλαίει, τον Δήμαρχο Παναγιώτη να βγαίνει φωτογραφία με το ζεύγος.





6 χρόνια αργότερα στη Χαλκιδική το καλοκαίρι, στο εξοχικό που θα μου αφήσει η μάνα μου η χαζή, που της το άφησε η μάνα της η χαζή, που θα το αφήσει στο γιό μας η γυναίκα μου η χαζή, την βλέπω να ψήνει πατάτες στο μικρό, λίγο πριν ετοιμαστεί να πάει για μπάνιο με τις φίλες της. Ο κόλος της έχει πλαδαρέψει λίγο αλλά και πάλι κακό δεν τον λες για 38άρα με 2 παιδιά, αλλά από την άλλη, είναι καιρός να ψάξω να βρω καμιά γκόμενα. Βρίσκω κανα indie σανδαλάκι αρχιτεκτόνισσα με τατουάζ από το απέναντι γραφείο που φέρνει καφέδες και κάνει πίπες το αφεντικό εκεί, περηφανεύομαι στους μηχανολόγους πως του την έφαγα του μαλάκα από το απέναντι γραφείο και θα καυχιέμαι πως την γαμούσα από τον κόλο. Ευκαιρία να φέρω ψάρι να φάω στο σπίτι για να το γιορτάσω. Η γυναίκα μου εντωμεταξύ, μου κάνει μα-μου-μαλακιές «που πας και τριγυρνάς με εκείνες τις τσούλες» ενώ στο σπίτι παίζει η τηλεόραση την Βανδή να τραγουδάει ακόμα τα χιτάκια για τις κερατωμένες κατίνες, αλλά στο τέλος υποχωρεί, γιατί άντε να αλλάζεις τώρα τη ζωή σου ολόκληρη και να γυρνάς να μείνεις με τη μάνα σου και να του πάρεις και τα παιδιά, επειδή έχεις ενδείξεις οτι ο άντρας σου ξενοπηδάει, το κάνεις μόκο και το υπομένεις ,μέχρι το σανδαλάκι να πάει στη Δανία για μεταπτυχιακό αγκαλιά με το συνομίληκο λέσι που ήταν ερωτευμένος μαζί της από μικρός. Εντωμεταξύ, μέσα στο γραφείο ,οι λαμογιές θα δίνουν και θα παίρνουν, θα με λένε «πόσα θες για να μου κάνεις τη μελέτη την καλή?» «έχω 2 παιδιά να βολέψω. Τα κλασσικά. $$$ εγώ, $$ τα παιδιά, γράψε οτι πήρα ένα χιλιάρικο» θα τους εγκρίνω εγώ μια περιβαλλοντική μελέτη που θα τους έρθει ο χημιικός χάρος σε 10 χρόνια ,θα βγάλουν και από ένα καρκίνο σε κάθε όργανο και μετά θα τους λέω «είναι που καπνίζατε 4 πακέτα την ημέρα μαλάκες». Εξάλλου, άν μας έμαθε κάτι εκείνη η προ 20ετίας οικονομική κρίση ήταν να μάθουμε να καλύπτουμε καλύτερα τους κόλους μας. Εντωμεταξύ την κηδεία του πατέρα μου, θα την μετατρέψω στο ULTIMATE SHOWDOWN για το πόσους περισσότερους φίλους έχω από τον μαλάκα τον αδερφό μου που θα έρθουν να συλλυπηθούν. Η δε μάνα μου η χαζή, μόλις εκείνη τη στιγμή συνηδειτοποιεί οτι «έφυγε» ο συγχωρεμένος, γιατί εδώ που 5 χρόνια είχε μείνει φυτό από το αλτσχάιμερ του έδινε ακόμα ελπίδες οτι θα ξυπνήσει μια μέρα και θα μιλήσουν, και αρχίζει τον θρήνο γονατιστή. Με το που πάω να την σηκώσω έρχεται ο άλλος ο μαλάκας ο αδερφός μου να την σηκώσει πρώτος και πάλι μαλώνουμε για το εξοχικό στη χαλκιδική. Το δε εξοχικό στη χαλκιδική, από τις πολλές διαιρέσεις που έφαγε, για να μοιραστεί στα παιδιά της επόμενης γεννιάς, έχει γίνει ένα συγκρότημα από συγγενικές οικογένειες. Σήμερα Κυριακή, είναι σειρά μου να ψήσω λουκάνικα και παντσέτες. Ο μαντράχαλος γιός μου, μόλις έχει ξυπνήσει το μεσημέρι, γιατί ξενυχτούσε στο μαγαζί του Αντώνη Κανάκη (ορισμένες αξίες στη χαλκιδική δεν πεθαίνουν ποτέ) μαζί με τους τρέντυ φίλους του. Η δε κόρη μου, πηδιέται με έναν περιστασιακό γκόμενο στο σπίτι μας στη Καλαμαριά, και ας μας λέει οτι θα κοιμηθεί με τις φίλες της, ενώ η γυναίκα μου την ψάχνει στα κινητά και αυτή δεν το σηκώνει γιατί εκείνη την ώρα θα έχει το τσουτσούνι του Μπάμπη στο στόμα της. Τα μαλλιά μου έχουν φύγει όλα και είμαι τελείως κάμπριο. Τα κάτω που έμειναν τα βάφω ελαφρά. Με τους άλλους συγγενείς τους λέω οτι σαν τον Γκάλη δεν είχε στο μπάσκετ και θυμόμαστε τα παλιά οπαδιλίκια. Μια μέρα θα πάω στο καζίνο να παίξω αυτά που έχω αφήσει στην άκρη. Στην ρουλέτα εμφανίζονται 3 ενδεχόμενα. ΚΑΡΔΙΑ- ΚΑΡΚΙΝΟΣ- ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ. Σκάει η μπίλια στο 3ο λέω πριν σβήσουν όλα, άντε πάλι και τυχερός ήσουν.
Μόνο η μάνα μου η χαζή βρίσκεται σε κώμα πιστεύει οτι εγώ κάποτε θα γίνω ένας πετυχημένος μηχανικός που θα δουλεύει όλη τη μέρα και θα έχει οικογένεια και παιδιά.

ο Ρώσσος που πίνει μπύρες κάτω από το σπίτι μου

Καλά, ο Ρώσσος που πίνει μπυρες κάτω από το σπίτι μου, φορούσε μπλούζα της εθνικής Ελλάδος. λίγο πιο κάτω, ο μαύρος και αυτός με μπλούζα εθνικής..για να μην τους πιασουνε τις φοράνε?

Μποτιλιάρισμα στην αγίου δημητρίου

1 με 2 φορές την εβδομάδα, κάθε φορά που πέφτει ξύλο, πεταγόμαστε όλοι από τα μπαλκόνια και συναντιόμαστε ν’ απολαύσουμε το θέαμα. Οι φτωχοί από το απέναντι, ο χοντρός 45ρης με τη μάνα του κάτω από τους φτωχούς, που τα βράδια ή θα παίζει πασιέντζα στο πισι ή θα την παίζει στο πισί, η Βουλγάρα που πουλάει λαθραία τσιγάρα, ο ρώσσος με την μπλούζα της εθνικής Ελλάδος και την Άμστελ στο χέρι, ο ασχημομούρης κοιλαράς πρώην μπάτσος με το κοντόχοντρο σκυλάκι. Φοβερός χουλιαμάς. Λες και η ζωή μας ήταν τόσο προβλέψιμη όλη την ημέρα και αυτό περιμέναμε. Αυτή τη φορά μέθυσαν οι γεωργιανοί και σάπισαν στο ξύλο έναν. 5 δέρναν έναν γέρο. Τον άρχισαν στα σούτια σε μια γωνία και μετά τον πετάξαν στον δρόμο. Ο ένας απ’ αυτούς κάθισε από πάνω του, ενώ ο γέρος ήταν ανάσκελα και άρχισε να του ρίχνει γροθιές στο πρόσωπο πότε με το ένα χέρι πότε με το άλλο. Κανένας δεν έσπευσε για να τους χωρίσει. Ακόμα και τ΄αμάξια σταμάτησαν για λίγο και μετά κάναν παράκαμψη στο άλλο ρεύμα και τους προσπερνούσαν. Όλοι εμείς έξω στα μπαλκόνια, ευχόμασταν να μην τελειώσει ποτέ μήπως και δε γυρίσουμε πίσω στα δωμάτιά μας. Σκατά, δεν είμαι διαφορετικός απ’ αυτούς.

Οι φτωχοί στο απέναντι μπαλκόνι

Άντρας χαμηλόβαθμος, γυναίκα νοικοκυρά, αδερφός φαντάρος, πεθερά αγράμματη, παππούς στη σύνταξη, ο μικρός στο καροτσάκι, η μικρή στο δημοτικό. Όλοι μαζί στο 100τμ ίδιο σπίτι μιλάνε, μαγειρεύουν, τρώνε, κοιμούνται, κλάνουν. Κάθε απόγευμα μαζεύονται όλοι μαζί να δούν «τα μυστικά της Εδέμ». Βραδυνή έξοδος στο μπαλκόνι σχολιάζουν τα παιδιά που τρέχουν και τα πρεζάκια να τρυκλίζουν. Κάθε φορά που γίνεται καμιά φασαρία με μεθυσμένους, βγαίνουν έντρομοι από το μπαλκόνι να πάρουν μάτι το πατιρντί.
Τα καλοκαίρια αντί κλιματιστικού, κρεμάνε έξω από το παράθυρο με μανταλάκι, ένα άσπρο σεντόνι.

Ένας hip/εναλλακτικός Οδηγός πόλης?

1.Σε αυτό εδώ το μπλογκ δεν θα βρείτε συμβουλές οδηγού πόλης. Πού να πάτε τί να δείτε τί να ακούσετε ποιά μπαρ είναι χίπ, ποιές ταινίες είναι οι πιο αλτέρνατιβ. Αυτά ας τα κάνουν τα περιοδικά, οι κουλτουρόσουπες, ο Στέφανος Τσιτσόπουλος (respect) το Μεγκα-έξοδος. Και καλά κάνουν και μάλιστα ξέρουν να τα κάνουν και καλύτερα.Γιατί αφενός, εγώ δεν μπορώ να αναπαράγω το life style της εποχής γιατί μπορεί να έχω style αλλά δεν έχω life, αφετέρου, σε όσους Κυνόδοντες και να πας, όσες μουσικάρες και αν ακούσεις, σε όσο κουλ μαγαζιά και αν πιείς το ποτό σου, αυτό δεν συνεπάγεται αναγκαστικά οτι μπορείς (ή σου αξίζει) να σκέφτεσαι. Εγώ προϊόντα της σκέψης μου «πουλάω», όποιος θέλει μπαίνει και διαβάζει.
2.αυτό εδώ το blog έγινε για τον λόγο που γίνονται εκατομύρια άλλα μπλογκ. Για να μπορεί ο συντάκτης του να αυτοεκφράζεται. Ειδικά σε εποχές, σαν και αυτές, που άλλοι μεταναστεύουν, άλλοι χάνουν τη δουλειά τους, άλλοι δεν έχουν να φάνε, το να γράφεις αυτό που πιστεύεις και που νιώθεις είναι ότι έχει μείνει. το δε όνομα του καθόλου τυχαίο.