Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

αίμα γουρουνιού παρτ 1


Τον ιούνιο του 2005, αμέσως μετά τον χωρισμό μου με την πανέμορφη μις γλυκούλικο αλτέρνατιβ γκομενάκι 2004 που μου κάθισε, έκανα το ιστορικό λάθος να τα φτιάξω με μια χοντρή. Το δε γκομενάκι, που όλοι οι χερχελέδες θα ήθελαν να την κάνουν γυναίκα ήταν πια ελεύθερο να βρεί τον πρώτο τυχαίο μαλάκα που θα της αρέσει από τον κλειστό της κύκλο και να ζήσει μαζί του την καλύτερη επταετία που θα ήθελα εγώ να ζήσω στη ζωή μου. Θα έχουν κάνει και ένα μωράκι να βυζαίνει τη ρώγα της το μωρό από το ένα βυζί και ο μπαμπάς από το άλλο, έπειτα από μια 2ετία τουλάχιστον συμβίωσης. Οι συνομίληκες φίλες της, από τη δουλειά, μάνες και αυτές, θα την είχαν ψήσει προηγουμένως και θα της έλεγαν πόσο όμορφα είναι να έχουνε ένα μωράκι τώρα που οι δουλειές τους πάνε καλά και αντέχουν οικονομικά ένα παιδί. θα την έβαζε ο άντρας της και να κάθεται από πάνω του, ενώ τα χέρια του θ’ ανέβαζαν το κάτασπρο ολοσωμο φόρεμα με τις τιράντες που φτάνει μέχρι το γόνατο και θα χαϊδεύαν τις μικρές τρυφερές και λείες γάμπες της, που τα πόδια της τελειώνουν στα επιτιδευμένα λέσικα σανδαλάκια της και θα της έλεγε «θες να κάνουμε ένα παιδάκι?». Και έτσι θα ζούσαν αυτοί καλά και εγώ στην κόλαση, ενώ θα έχω πάθει δηλητηρίαση από τα φτηνά κρασιά και θα σταματήσω να αναπνέω σε αυτό το σύμπαν, φυσικά μόνος. Και για αυτό, ήμουν στη φάση που ήθελα κάτι πιο κάτω από τα κυβικά μου γιατί τα πιο πάνω από τα κυβικά μου (και αν δεν τα έχεις φτάστα- hint: όλο το μυστικό του να γίνεις άντρας) ήταν μια απογοήτευση. Η χοντρή χωρίς κανένα δισταγμό είχε πέσει όλη πάνω μου και όση πείνα είχε κάθε 10 λεπτά να βάλει κάτι με τα χοντρά της δάκτυλα στο στόμα της, άλλες τόσες ανάγκες σεξουαλικές και μη, είχε. Το σπίτι της , φτωχικό, αλλά και αχούρι, λες και ζούσε το γουρούνι στη λάσπη. Οι φαρδιές κυλότες στο πάτωμα, οι συσκευασίες από τα τελειωμένα γαριδάκια πεταμένα κάτω, αποφάγια σε κάθε γωνία που μπορεί να σταθεί κάποιος και να την χρησιμοποιήσει για να φάει, η δε μυρωδιά του «έχει να πατήσει σπίτι και να με γαμήσει κάποιος μήνες οπότε γιατί να κάθομαι να καθαρίζω?» ήταν διάχυτη. Και δεν την ένοιαξε ούτε όταν ήρθε τελικά κάποιος στο σπίτι της να την γαμήσει, ο υποφαινόμενος δηλαδή.
Αυτή είχε κάποτε έναν άντρα, κούκλο, πανέξυπνο, χουβαρντά, πλούσιο, κοινωνικό που στεκόταν για να χαιρετήσει φίλους κάθε 5 λεπτά στον δρόμο, ατακαδόρο, βολεμένο απ’όλες τις μεριές ακόμα και σε εποχές κρίσης, που ήταν τόσο γυμνασμένος που νόμιζες αν ήσουν γκόμενα οτι πέρασε από πάνω σου το τρένο ιντερσίτι στο σεξ και μάλιστα όσο διαρκεί το Αθήνα- θες/νίκη, τόσο καλός ο επιβήτορας, που όλες οι κοπέλες κάναν κρα για να τον πάρουν. Αλλά αυτός στη χοντρή. Καλά η χοντρή μέλι είχε? Η χοντρή ήταν σαν μια μαύρη τρύπα. Αν για κάποιο λόγο βρεθείς δίπλα της σε καταβροχθίζει. Δεν ξέρω και εγώ κατά πόσον δικιά μου επιλογή ήταν που κάθισα δίπλα της εκείνο το βράδι και μ’αρπαξε από τον λαιμό και μου άρχισε τα γλωσσόφιλα και πανηγύριζα που ακόμα αρέσω στις γυναίκες. Το τελευταίο βράδι που βγήκα σε μπαρ με ανθρώπους. Η μαύρη τρύπα ήταν για μένα η τιμωρία που πλησίασα την ευτυχία την επιτυχία, για λίγο, πολύ αμυδρά και μετά μου έφυγε. Και μετά ήρθε η Νέμεσις. Και για τον προηγούμενο από μένα. Μια μέρα αυτή βγήκε με τον προηγούμενο βόλτα με το αμάξι της. Είχε πιεί ένα μπαρ ολόκληρο. Ο άντρας της είχε ένα κολλητό σ’ένα μπάρ για να μπορεί να αφήνει τη χοντρή με 5 ευρώ να πίνει ένα βαρέλι μπύρα, 2 μπουκάλια ουίσκι από τα καλά, 3 κοκτέιλ με ελάχιστη πορτοκαλάδα και 93% αλκοόλ και πάλι να έχει καταφέρει να κάνει «κεφάλι». Μετά άρχισε κάτι μπύρες για σφηνάκια από περίπτερα. Εκεί άρχισε ο ιπποπόταμμος λίγο να ζαλίζεται. Μετά μπήκαν στο αμάξι. Μετά από μισή ώρα ζωντανή από το αμάξι βγήκε μόνο αυτή. Πάνω στο μεθύσι της έφυγε το τιμόνι και έχασε τον έλεγχο και έπεσε στη στροφή πάνω σε μια κολόνα από τη μεριά του συνοδηγού. Το σήμα του κοκ είχε μπει πάνω στο πρόσωπο του επιβήτορα και το έκοψε στα 2. Ότι ομορφιά του απέμεινε πια ήταν μόνο από την μία μεριά. Η άλλη είχε τον έξυπνο εγκέφαλο να χύνεται καθώς έχανε το σχήμα του από την τεράστια τρύπα και λίγο πιο κάτω ο βολβός του ματιού του πεταμένος στο μισό μέτρο. Τον έσπρωχνες και δεν αντιδρούσε, δεν κουνιόταν. Στην κηδεία του, του ράψαν λίγο το πρόσωπο, και του βάλαν ένα ψεύτικο μάτι για να τον κλάψει η μάνα του. Η χοντρή ήταν στο νοσοκομείο. Δεν είχε ούτε γρατσουνιά, απλά έπαθε σκωλικοειδήτη και έπρεπε να την ανοίξουν. Όταν ξύπνησε ζήτησε παγωτό για να συνέλθει. Μετά έπεσε σε βαριά κατάθλιψη.
Λίγους μήνες αργότερα ένα πρωϊνό, και αφού η ασφαλιστική είχε φτιάξει το αμάξι, πήρε τους γονείς της μια μέρα να τους πάει στο εξοχικό, νοικοκυρά η μία, λίγο πριν βγει στη σύνταξη ο πατέρας, και να έχει πάρει κάτι δάνεια που να μη μπορεί να τα ξεχρεώσει, ξανά έγινε φυσαρμόνικα το αμάξι, αυτή τη φορά, έβρεχε, ο δρόμος γλιστρούσε, και η χοντρή είχε ζεστάνει πριν ξεκινίσει 2 λίτρα γάλα να φάει τα κορν φλέικς της με αποτέλεσμα να την ψιλοπάρει ο ύπνος την ώρα που οδηγούσε και να ντελαπάρει το αμάξι. Το πτώμα του μπαμπά είχε βρεθεί 10 μέτρα πιο κάτω, έτρεμε για 30 δευτερόλεπτα και μετά ξεψύχισε στον παγωμένο δρόμο, ενώ η μαμά είχε αντέξει να δεί όλο της το αίμα να φεύγει από το σώμα, με μια λαμαρίνα να της έχει κόψει την κοιλιά και τα 2 πόδια, ενώ οι πίδακες αίματος να φτάνουν από το ταβάνι που ήταν το αμάξι ξαπλωμένο στο πάτωμα που ήταν πάνω. Και πάλι η χοντρή, «κυρία» βγήκε από την άμορφη μάζα του αμαξιού και σε πλήρη συνείδηση.
Όταν πρωτομπήκα στο αχούρι της, μου ζήτησε πριν γδυθούμε και το κάνουμε να παραγγείλουμε πίτσα, γιατί το πιοτό της άνοιγε την όρεξη και ήθελε να τσιμήσει κάτι. Σαν κλασσικός φραγκοφονιάς που ήτανε, ήθελε να μοιραστούμε μέχρι και στο σεντ δυα 2 τον λογαριασμό που έβγαινε από 6,75 ευρό το άτομο. Οπότε της έδωσα 10 ευρώ και έβγαλε από το πουγκί που είχε στο κομπινεζόν της τα δίφραγκα και μου έδωσε 3,25 ευρώ σε ρέστα των 10,20, 2, 5 και 1 σεντ. Από την πίτσα όμως, έφαγε 7 κομμάτια και εμένα μου άφησε το 1. Και αυτό που μόλις περιέγραψα ήταν όλη μας η σχέση σε μικρογραφία. Έπειτα, καθώς γδύνονταν, άρχισε να μου θέτει τους κανόνες της. «να ξέρεις, εγώ δεν κάνω πίπες» «μα μου αρέσουν οι πίπες» της είπα. «κοίταξε να δεις, αν είναι να βρεις κάποια άλλη κοπέλα να περάσεις καλά, γιατί έχω τα όρια μου. Γιατί έτσι γουστάρω. Είμαι χριστιανοδεξιά και έχω πολλά ταμπού. Θες φύγε, θες μείνε. Μόνο το τσουτσούνι του συγχωρεμένου μπήκε σε τούτο το στόμα και για πολύ λίγο. Δεν θα γίνεις ποτέ σαν τον συγχωρεμένο» «σιγά τον γκόμενο» απάντησα, «ΝΑ ΠΛΕΝΕΙΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ. Άμα σου χώσω κανένα μπουκέτο και σου ανοίξω την μύτη θα σου πω εγώ. Κοίταξε, κοίταξε, υπάρχουν διάφορες περιοχές που δεν τις αγγίζουμε, όπως για παράδειγμα, εγώ με τον συγκεκριμένο άνδρα. Αν τολμήσεις ποτέ να υπαινιχθείς έστω και κάτι, θα ανοίξει μια μαύρη τρύπα και θα σε καταπιεί ζωντανό,το κατάλαβες?» τρομοκρατήθηκα τόσο πολύ που κατάλαβα ακριβώς τι ενοούσε. «τίποτα άλλο για να ξέρω?» «Από στάσεις, μόνο το ιεραποστολικό ορθόδοξο κάνω, γιατί όλα τα άλλα με κουράζουν να αλλάζω θέσεις συνέχεια.. επίσης μην τολμήσεις ποτέ μα ποτέ να με γλύψεις.. σιχαίνομαι.. και όταν το κάνουμε να βάζεις τα δυνατά σου να τελειώνεις όσο το δυνατόν πιο γρήγορα γίνεται.. άμα δεν τελειώνεις έγκαιρα θα σε βοηθάω εγώ λίγο με το χέρι μου», «δηλαδή, μου λές με άλλα λόγια, οτι άμα είναι να τον παίξω μόνος μου, να ρθεις και εσύ να βάζεις ένα χεράκι» «Ακριβώως. Και πού σαι? Σου αρέσει να είσαι «γυμνός» για καλύτερη τριβή ή να φοράς προφυλακτικό για να τελειώνεις αργά?» «να είμαι γυμνός» «Εντάξει. Τότε αν δεν φοράς προφυλακτικό εγώ δε θα σου κάθομαι».Ο τόφαλος φαινόταν πραγματικά να γουστάρει, εγώ από την άλλη ζοριζόμουν και ήμουν στο οριακό δίλλημα να είμαι μόνος μου και να την παίζω μόνος μου κλαίγοντας τη μοίρα μου για την ομορφούλα που έχασα, ή να κάνω, έστω και αυτό το χάλια σεξ με κάποια που δεν ψιλοτρελλαίνομαι, αλλά είναι η μόνη μου επιλογή για εκείνο το χρονικό διάστημα. Και το να σου την παίζει άλλη ήταν οριακά καλυτερο από το να την παίζεις μόνος σου. Και ο φόβος του να μείνουμε μόνοι είναι συνήθως ένα κακό φόκους. Και καμιά φορά υπερτερεί το να λέμε οτι έχουμε κάποιον για να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας οτι έχουμε μια σχέση, έναν φίλο, έστω και έναν. Θα πρέπει να σπάσει τελείως ο παρθενικός υμένας του «κανένας πραγματικά δεν νοιάζεται για πάρτη σου» για να καταφέρουμε να πάρουμε μια σωστή απόφαση η οποία και θα είναι φυσικά να βρεις κάποιον που θα νοιάζεται έστω και τυπικά.
Τους επόμενους μήνες, εγώ τους περνούσα προσπαθώντας να ξεπεράσω την πρώην μου και εκείνη τον συγχωρεμένο τον επιβήτορα.Όταν ήρθε το καλοκαίρι μια μέρα αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο με το αμάξι μου. Αν και δεν έκλεισα μάτι από το κακό κάρμα που κουβαλούσε η χοντρή να μπαίνει πάλι σε αμάξια, οδηγούσα πολύ προσεκτικά, σχεδόν άριστα. Κάποια στιγμή, και για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο στο μυαλό της, που δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα, της βάρεσε να οδηγήσει και αυτή. Με βαριά συρτή φωνή ξεκίνησε τις πρώτες βολές «θα ήθελα να οδηγήσω». Το επανέλαβε αυτό 7 φορές. Μετά άρχισε να πιάνει λίγο το τιμόνι ενώ οδηγούσα, «τί κάνεις μωρή, θα σκοτωθούμε» «αφου δεν οδηγείς καλά, με μένα θα ναι καλύτερα, αλλά τι να σου πω, εσύ αποφασίζεις, οτι θες», βάζοντας το κολοδάκτυλό της βαθύτερα μέσα στον κόλο σου όσο τόνιζε το «εσύ οτι πεις, μαν, εσύ οτι θες». Το κακό με αυτήν, ήταν οτι μαλακία έβαζε στο μυαλό της, δεν τα παρατούσε ποτέ μέχρι να το κάνει και να σου σπάσει τα νεύρα μέχρι να την διευκολύνεις. Θα έκανε τα πάντα. Θα σε πιέσει, θα σου βάλει κολοδάχτυλο, θα σου κάνει καγκουριές. Στο τέλος, υποχωρείς. Αγανακτισμένος της είπα «εεε, άντε πάρτο μας έπρηξες» και σταμάτησα λίγο πιο πέρα. Σαν παιδάκι η χοντρή με ένα χαμόγελο του απόλυτου success, πήρε το τιμόνι στα χέρια της. Στο μισό χιλιόμετρο ακούστηκε από μακρυά ένα ΓΚΡΑΑΑΑΑΓΚ!. Το έριξε σε ένα δέντρο. Το μυτερό κλαδί σταμάτησε 1 χιλιοστό λίγο πριν μπει στο μάτι μου, τίποτα δηλαδή μπροστά σε αυτά που πάθαν άλλοι με τον χάρο οδηγό. Στον γυρισμό με την οδική βοήθεια έλεγε οτι έφταιγε η τάχύτητα που ήταν αλλιώς στο κολάμαξό μου.Μέρες αργότερα, μεθυσμένη μου εξομολογήθηκε οτι ήταν αυτοδίδακτη στην οδήγηση γιατί δεν είχε λεφτά, και οτι λάδωσε την επιτροπή για να πάρει το δίπλωμα, παρόλα αυτά συνεχίζει και δηλώνει οτι λατρεύει να οδηγεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου