Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Στην αρένα


Ο μονομάχος προπονείται. Τα σημάδια του από τα ράμματα σχεδόν σε κάθε σημείο του δέρματός του λαμπυρίζουν στον ήλιο από τον ιδρώτα. Όλα αυτά τα χρόνια είναι ένα θαύμα που έχει βγει ζωντανός από τα θηρία. Κάθε του νίκη την αφιερώνει στην Βασίλισσα. Παίζει για αυτήν. Θέλει να δεί την επόμενη ημέρα το πρόσωπό της. Ο άχρηστος βασιλιάς παρακολουθεί με ζήλια. Γεννήθηκε γιος βασιλιά και του πέταξαν και την πιο όμορφη από δίπλα γιατί έτσι είναι ο κόσμος. Ο μονομάχος ήταν ένας χοντρός χωριάτης που την είδε μια μέρα και αποφάσισε να γίνει Σπαρτιάτης μαχητής για να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά της γίνεται. Και τα κατάφερε.
Οι μελλοθάνατοι μονομάχοι στήνουν ένα τρικούβερτο γλέντι λίγο πριν τους αγώνες και τα καλύτερα μουνιά, γυναίκες και κόρες ευγενών τους περιποιούνται μετά το φαΐ Ήρθε η Βασίλισσα και γαντζώθηκε στις τεράστιες πλάτες του και ακούμπησε πάνω τους το κεφάλι της σαν κάποιο κουνελάκι του playboy που χαζεύει τον ροκ σταρ να σολάρει, ενώ το χέρι της έψαχνε να βρει το ανακόντα του. Της λέει «είσαι ο λόγος για τον οποίο έγινα μαχητής» «δεν στο ζήτησα» του απάντησε φοβισμένη ενώ άρχισε να ντύνεται. «μπορώ να κάνω τα πάντα για σένα». «μπορείς να με κάνεις βασίλισσα?» «ναι» «ναι, αλλά γιατί να ρισκάρω?. Ο άλλος ήδη μου παρέχει τα πάντα» «δεν είναι άντρας όμως» «δεν έχει σημασία. Γεννήθηκε τυχερός. Αυτό μετράει. Αν θέλω πουτανάκια να εκτονώνομαι έχω εσένα».
Όλα αυτά για τα οποία πάλεψε, άρχισαν να γκρεμίζονται Έγινε πρωταθλητής για τον λάθος λόγο. Η μάχη την επόμενη μέρα στο χώμα, ήταν πιο αιματοβαμμένη από ποτέ. Ο δολοφόνος του βασιλιά έπαιζε και αυτός και διψούσε για να πάρει την καρδιά του πρωταθλητή. Η βασίλισσα δεν εμφανίστηκε. Εκείνη την ώρα εύχεται ο πρωταθλητής να πέσει από το σπαθί του άλλου για να σταματήσει να έχει νόημα η ζωή για αυτόν. Και είναι εύκολο. Να κοιτάξεις αλλού για ελάχιστα δευτερόλεπτα και μετά όλες οι σκέψεις μα και όλα τα βάσανα θα σβήσουν. Ήδη έχει κουραστεί πολύ και φτύνει αίμα. Ήδη έχει ανοίξει μια χαραγματιά από τον ώμο μέχρι την μέση που δύσκολα θα ραφτεί. Και μετά τρώει και μια σπαθιά μέσα του, πάει και η σπλήνα του. Ο άχρηστος βασιλιάς χασκογελάει ευχαριστημένος από το θέαμα.
Από την άλλη θα μπορούσε να το εκλογικεύεσει και να αφήσει τις άμυνες του να κάνουν τη σωστή δουλειά προκειμένου να διατηρήσουν τη ζωή του, δηλαδή να πει «σιγά την κρυόκολη που δεν μας βλέπει κιόλας», «υπάρχουν και άλλες γυναικάρες ευγενών που με θέλουν, ξεσκίζω αυτόν τον ατάλαντο μονομάχο, κερδίζω την ελευθερία μου και όλες οι γκόμενες και τα φράγκα για πάρτη μου». Θα μπορούσε επίσης να κάνει καμιά χολυγουντιανή καφρίλα πχ, να πετάξει το σπαθί του στον άχρηστο βασιλιά να του κόψει τον λαιμό και να απελευθερώσει τον κόσμο και τον στρατό από την τυραννία του. Όπως και να χει πάντως η φάση είναι δύσκολη γιατί πλέον είναι πίσω στο σκορ και εξαρτάται από το σπαθί του άλλου που δε λέει να κάτσει να τον αφήσει να ζει και για πολύ. Και κάπως έτσι ο ήρωας πέφτει κάτω. Πάει και ο άλλος και βάζει το σπαθί στο λαιμό του περιμένοντας τον αντίχειρα του βασιλιά να του τον κόψει. Και άμα του κόψει τον λαιμό? Θα αισθανθεί ένα αντικείμενο στο λαιμό του, μετά θα πεταχτεί αίμα μέσα σε μια περίεργη αγωνία και θα ζαλιστεί πέφτοντας κάτω βλέποντας όλα να θολώνουν και συνάμα να γίνονται πιο γλυκά καθώς το σώμα θα αγκομαχάει για την τελευταία αναπνοή ενώ ξέρει ότι σιγά σιγά θα σταματήσει να την αναζητά. Το πνεύμα μέσα σε παραίσθηση θα εγκαταλείπει το σώμα και μετά το μεγάλο άγνωστο . Ή γνωστό. Η’ τίποτα. Παρόλα αυτά τίποτα από τα προηγούμενα που τον απασχολούσαν στην μικρή ζωή που έζησε δεν θα έχει νόημα. Πεθαίνει άδοξα μες στη δόξα του, όπως αρμόζει σ’ένα πρωταθλητή που χάνει το στέμμα του.
Ο άχρηστος βασιλιάς κοιτάζει το πλήθος σαν πρόβατο που είναι και θέλει να το παίζει λαοφιλής. Το πλήθος κοιτάζει με κομμένη την ανάσα. Ποτέ ο πρωταθλητής δεν τα είχε καλά με το πλήθος, με τους πολλούς. Πάντα τους περιφρονούσε που φοβόταν τον θάνατο και περίμεναν από αυτόν να τον ορίσει σε άλλους. Και το πλήθος δεν τον χώνευε ιδιαίτερα γιατί είχε σφάξει το αγαπημένο τους παιδί χωρίς καν να ζητήσει τη γνώμη τους γιατί τον θεωρούσε μαλάκα. Αλλά κάπου το πλήθος συγκινήθηκε που υπάρχει κάποιος που αψηφά τους πάντες, τον βασιλιά, αυτούς τους ίδιους, τις γκόμενες και επιμένει για έναν σκοπό, να κερδίσει την καρδιά της βασίλισσας όσο τρελό και απρόσιτο και αν αυτό ακούγεται. Βαθιά μέσα τους, αν τα καταφέρει ΑΥΤΟΣ, θα μπορούν όλοι να προσπαθήσουν λίγο περισσότερο. Το συλλογικό αίσθημα θέλει η ζωή να έχει για αυτούς νόημα. Οι σκεπτόμενοι τσομπάνηδες του πλήθους δείχνουν με τον αντίχειρα πάνω προς έκπληξη του άχρηστου βασιλιά. Ο κόσμος σαν ένα τεράστιο κύμα προστασίας αρχίζει σιγά σιγά να κραυγάζει για τη σωτηρία του. Ο βασιλιάς έντρομος να μην τους χαλάσει χατίρι και πέσουν τα ποσοστά του στις σφυγμομετρήσεις δίνει το σήμα να του χαριστεί η ζωή. Αμέσως πλακώνουν οι τραυματιοφορείς να τον μαζέψουν.
Η βασίλισσα ακούει όλη αυτήν την ώρα απομακρυσμένη τους αλαλαγμούς του πλήθους. Ο κόσμος την ωθεί σε αυτόν. Ξεσπάει σε κλάματα. Γυρνάει πίσω. Ο άχρηστος βασιλιάς την παρακολουθεί να μπαίνει φουριόζα στο ιατρείο. Ο πρωταθλητής φτύνει ακόμα αίμα και οι γιατροί κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να μην τον αφήσουν να κατέβει στον κάτω κόσμο. Εκείνη την ώρα έρχεται η αγάπη του. Οι γιατροί σταματούν. Τον κρατάει αγκαλιά χωρίς να ξέρει τι θ’απογίνει στο μέλλον. Η ζωή του πια κρέμεται στα χέρια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου