Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Μετά τον Αμαζόνιο τί?


Εκεί στον Αμαζόνιο η ζωή είναι δύσκολη για τον Κροκοδειλάκια. Ο Κροκοδειλάκιας αποφάσισε να πορευτεί πεζός κατά μήκος του μεγαλύτερου ποταμιού στον κόσμο γιατί είδε ένα μήνυμα από τον θεό στον ύπνο του. Επίσης κανένας άνθρωπος δεν βρέθηκε να διαφωνήσει με ότι παπαριά καρφώνεται στο κεφάλι του γιατί πολύ απλά δεν είχε κανέναν. Την προηγούμενη χρονιά περπάτησε στην Έρημο Σαχάρα χωρίς νερό για μέρες. Έχει μείνει χωρίς αγάπη για χρόνια και πάλι άντεξε. Και έτσι πέρασε κοντά ένας χρόνος αφού είχε ειδοποιήσει τα κανάλια να τον περιμένουν στο τέλος του ποταμού που διασχίζει σχεδόν ολόκληρη την λατινική Αμερική. Όταν έφτασε, 40 κιλά λιγνότερος στο τέρμα και φλερτάροντας με τον θάνατο κάθε 5 ώρες κατά μέσο όρο, δεν ήταν κανένας γιατί όλοι τον γράψανε Έτρωγε σκουλήκια, φύλλαράκια από τα δέντρα, τον τσίμπισαν 2 φορές φίδι και λίγο πριν παραλύσει τρυπήθηκε με το αντίδοτο, πήγε να πεθάνει από δυσεντερία. Το δέρμα του ξυπόλυτου ποδιού του είχε γίνει σαν σόλα από παπούτσι που μπορείς να περπατάς σε ένα 3 μετρο από σπασμένα μπουκάλια και να μην νιώθεις τίποτα.
Άπλυτος γυμνός και αξύριστος με έναν σάκο στην πλάτη, βγήκε για πρώτη φορά σε δημόσιο δρόμο και άρχισε το ωτοστόπ. Εκεί τον περιμάζεψε ένας νταλικέρης Ο Κροκοδειλάκιας πεινούσε. Ο Νταλικέρης του πρότεινε ένα καλό εστιατόριο που έχει ένας γνωστός του στην πόλη, απλά τον προειδοποίησε ότι είναι λίγο κυριλέ. Τον αφήνει στο εστιατόριο και φεύγει. Ο κροκοδειλάκιας μπαίνει μέσα στο φουαγιέ. Εκεί τον σταματάει ο μετρ.
Σας παρακαλώ κύριε, μήπως μπορείτε να περάσετε στην αίθουσα με τα σακάκια?
Ναι βεβαίως
Πηγαίνει λίγο τουαλέτα, ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπό του, κάνει λίγο χωρίστρα το μαλλί του, φοράει το σακάκι και ξαναπάει στον μετρ. Ο μετρ ξινίζει το πρόσωπό του και κλείνει και τη μύτη του.
Δεν έκανε μπάνιο ο κύριος?
Συγγνώμη, νόμιζα ότι το νερό της βροχής αρκούσε.
Σε λίγο πάει και κάθεται στο τραπέζι που τον περιμένει. Οι υπόλοιποι πελάτες τον κοιτάζουν δυσανασχετισμένοι, ξεφυσώντας και πιάνοντας τις μύτες τους. Με το που έρχονται τα πιάτα πέφτει με τα μούτρα έχοντας ξεχάσει τους τρόπους του. Καταπίνει τη σούπα σα νερό νιώθοντας μετά από πολύ καιρό μια όμορφη και ζεστή γεύση. Μετά έρχεται το κρέας. Με τα βρώμικά του χέρια το πιάνει και το βουτάει στη σάλτσα. Τρώει σαν γουρούνι και τα γκαρσόνια φωνάζουν το αφεντικό που κοιτάζει από το παράθυρο της κουζίνας. Ένα όμορφο κοριτσάκι περπατάει και κάθεται στο διπλανό τραπέζι. Εκείνη την ώρα του πέφτει το ψωμάκι κάτω και κατεβαίνει κάτω από το τραπέζι να το μαζέψει. Βλέπει τα υπέροχά της πόδια με τις γραμμωμένες γάμπες της. Αμέσως χυμάει πάνω της και τις φιλάει σαν να μην έχει δει ποτέ του γυναίκα ενώ αρχίζει να δακρύζει κρατώντας αγκαλιά τα πόδια της.
Εκείνη την ώρα έρχονται οι φουσκωτοί τον αρπάζουν από τον σβέρκο ο ένας και από τα πόδια ο άλλος, τον τραβάνε έξω από το τραπέζι και τον πετάνε 2 μέτρα μακρυά από την πίσω πόρτα και προσγειώνεται στον κάδο. Εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε ότι μπορεί οι τρόποι στον πολιτισμό να χρειάζονται, αλλά στον Αμαζόνιο είναι περιττοί Αποφάσισε να τραβήξει για τον Νότιο Πόλο με τα πόδια έχοντας στο νου του να σπάσει το ρεκόρ επιβίωσης για ακόμα μια φορά. Λίγο πριν φύγει, πετάχτηκε στο σπίτι του, που έχει έναν κήπο. από τον σάκο του έβγαλε ένα πανέμορφο λουλούδι που βρήκε εκεί τυχαία. Το έχωσε βαθιά να βγάλει ρίζες και έδωσε στη γειτόνισσα παραγγελιά να το προσέχει όσο θα λείπει. Πήρε το σάκο του και μετά εξαφανίστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου