Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Η πόρνη του Kreuzberg


Στάθηκα και εγώ στην ουρά αυτού του όμορφου μπουρδέλου στο Kreuzberg για να πηδήξω την Λίλια. Η φήμη της άρχισε να μεγαλώνει ακόμα και στα φόρουμς όλων των δικτυωμένων στα περι αγοραίου έρωτα, καθώς έπρεπε να κλείσεις 3 μέρες πριν ραντεβού μαζί της για ένα δίωρο. Όλα τα ευαίσθητα αγοράκια αυτής της πόλης που είναι μουσικοί και καλλιτέχνες, ο ένας πίσω από τον άλλον, με το νουμεράκι στο χέρι σαν σε δημόσια υπηρεσία, περιμέναν καρτερικά να έρθει η σειρά τους για να αντικρύσουν αυτό το υπέροχο πλάσμα. Περπάτησα τον στενό δρόμο της Οράνιεν στράσε και αναπνέοντας τις μυρωδιές από τα κεμπάμπ των τούρκων για να στρίψω στο στενό και να δω το μπουρδέλο. Έκατσα στους καναπέδες με τον κόκκινο φωτισμό και περίμενα την σειρά μου.

Μόλις με φώναξαν, η καρδιά μου λίγο σκίρτισε βγάζοντας έναν ελαφρό φόβο για το μέλλον. Όταν την αντίκρισα έμεινα με το στόμα ανοικτό. Ένας άγγελος κατέβηκε να μας σβήσει τις αμαρτίες αυτών που θαγαπήσει. Το όνειρο που πέφτεις μόνος και καυλωμένος στο κρύο σου κρεβάτι και θα έρθει μια ζεστή αγκαλιά να σε σκεπάσει, να σε βάλει όλον μέσα της καθώς θα την κοιτάς στα μάτια πεθαίνοντας με την ψευδαίσθηση ότι δεν θα μείνεις ποτέ μόνος γινόταν πραγματικότητα. Το κορίτσι, ενσάρκωνε την αγάπη που υπάρχει σε αυτή τη γη. Αλλά, όλα αυτά ήταν μεταξύ εμού και εμού, μεταξύ του επόμενου μουσικού και του εαυτού του, μεταξύ του επόμενου ρώσου και του εαυτού του και πάνω σε αυτό η Λίλια έγινε η πιο περιζήτητη πόρνη της περιοχής. Μια μικρή παρένθεση που ξόρκιζε την αιώνια μοναξιά μας για λίγα λεπτά, Για 2 ώρες, για 3 ώρες άμα τραβάει η τσέπη σου, για όσο αντέχω μωρό μου, πάρτα όλα τα λεφτά μου δε γαμιούνται και αυτά.

Η Λίλια θα μπορούσε να γίνει μοντέλο. Ή ηθοποιός. Είχε αέρα κάποιας που θα μπορούσε να γίνει τουλάχιστον σημαντική, αξιομνημόνευτη. Το γεγονός ότι όλοι την ήθελαν την έκανε αλαζονική. Ήταν εύστροφη και έκανε πλάκα με όλα. Μέχρι και με την εξάρτησή της στα ναρκωτικά. Τζάνκι, από μικρή ηλικία, έδινε το σώμα της για να μην διψάει. Θα μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο, όχι απαραίτητα να ανεμίζει κανένα όσκαρ σαν καμιά ψεύτικη ανόητη βλαχογκόμενα είδωλο μιρκοαστού και μικροαστής κατίνας, που νομίζει ότι κάνει καριέρα και είναι σημαντικιά πλάι σε καναν πλούσιο βουτηρομπεμπέ, αλλά τουλάχιστον ανεξάρτητη. Το μόνο που ήθελε ήταν να νικήσει λιιίγο, όπως όλοι μας την τεμπελιά της και θα ήταν ελεύθερη. Μόνο αυτό δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει.Το βράδυ γυρνούσε στην αγκαλιά του ρώσου Νταβατζή της και την γλυκονανούριζε στα γόνατά του, καθώς της έδινε εκείνο που το σώμα της ποθούσε για να εξακολουθεί να ζει μέσα στα πόδια μας αλυσοδεμένη αντί να πετάει.

Άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο συχνά για να κλέψω λίγο χρόνο από τη μοναξιά μου, όπως άλλοι τόσοι που περίμεναν στην ουρά. Ευγενική τρυφερή και ευχάριστη προς όλη την πελατεία της, μοίραζε αδιάκριτα την πραμάτεια της χωρίς να ξεχωρίζει αγαπημένους πελάτες και μη. Στην αρχή ένοιωσα ερωτευμένος αλλά μετά κατάλαβα ότι αυτή ήταν η τσαχπινιά της. Να μας βάζει όλους στο πανέμορφο δόλωμά της. Και έτσι οι τελευταίες ψευδαισθήσεις μετά την 6η φορά που την επισκέφτηκα έφυγαν μια και καλή. Και έτσι, δεν είχα καμιά προσδοκία ότι μια μέρα θα την κλέψω και η ζωή μου θα αλλάξει. Τίποτα δεν θα αλλάξει. Άς έπαιρνα ναρκωτικά καλύτερα. Το ίδιο αληθινό θα ήταν. Όταν μένεις χωρίς το παραμύθι ή την προσδοκία ότι κάτι θα πάρεις από τον άλλον ενώ το ήθελες, μπορείς να του κάνεις ότι γουστάρεις. Να της χώσεις κανένα μπουκάλι στα μούτρα, να της χαράξεις το αγγελικό πρόσωπο αν είσαι κάποιος ψυχάκιας ,να την βρίσεις άμα θες, ή και να το βουλώσεις και να συνεχίσεις να παίρνεις τα ψίχουλά της ενώ αυτή θα δέχεται ακόμα περισσότερους πελάτες για να εξασφαλίσει τη δόση της. Ή να πας ένα βράδυ και να της τα χώσεις. Να της πεις ότι κάνει μαλακίες και με μια απλή κίνηση ο κόσμος μπορεί να γίνει δικός της. Αλλά ποιος είμαι εγώ όμως που θα κρίνω τους ανθρώπους? Γιατί, εγώ είμαι καλύτερος? Αλάθητος? Εγώ δε θα αρχίσω τα σούτια αυτόν που θα μου την πει για το καλό μου? Τα δικά μου τα λάθη της ζωής άμα μου τα επισημάνει κάποιος δεν θα εξοργιστώ? «Άσε μας ρε φίλε», την ακούω στο μυαλό μου να μου λέει, «που θα με πεις ότι χαραμίζω τη ζωή μου στα ναρκωτικά και κάνω μαλακίες ενώ θα μπορούσα να γίνω κάποια? Γιατί με κρίνεις? Έτσι γουστάρω. Αυτό θέλω να είμαι. Αν ήθελα να ήμουν κάτι άλλο, θα ήμουν και σίγουρα δεν θα ρωτούσα τη γνώμη σου». Και η κοινή γνώμη, το common sence που λέμε, θα της έδινε δίκιο. Αλλά κάπου απαντάει μέσα μου η φωνή μου στο φανταστικό debate μαζί της, «ναι αλλά αν υπάρχει μια περίπτωση να γίνεις καλύτερη, να λάβεις υπόψη και αυτά που λέω μπορεί να ξυπνήσει μέσα σου κάτι και να σε κλωτσήσει προς αυτήν την κατεύθυνση»

Και έτσι πήγα, της τα χωσα, την φώναξα δυνατά «γίνε μωρή άνθρωπος, κόψε την ηρωίνη και τις μαλακίες που παίρνεις, μαλακισμένο όλοι σε αγαπάνε και εσύ καταστρέφεσαι», ενώ μου ξέφυγε και ένα μπάτσο στο υπέροχό της πρόσωπο που άρχισε να μελανιάζει. Εκείνη την ώρα φώναξε τον νταβατζή της και με σπασε στο ξύλο καθώς με πετούσε έξω από το μπουρδέλο και εγώ φώναζα «Πουτάνα πρεζόνι είσαι. Να! Να! Κοίτα πως σε καταντήσανε.» Δεν θα την ξαναδώ ποτέ, μικρό το κακό. Έτσι και αλλιώς όλα μαλακίες είναι. Αλλά τουλάχιστον έχω στο ανόητο μυαλό μου την πεποίθηση ότι κάτι θα αλλάξει μέσα της. Ακόμα και αν έχω σπάσει τα μούτρα μου. Την ονειρεύομαι να πηγαίνει ελεύθερη σε τεράστιες λεωφόρους ζώντας πραγματικά, μακριά από όλους αυτούς τους νταβατζήδες που την γλύφουν και την χειροκροτάνε. Έτσι την φαντάζομαι, «δικιά μας». Αλλά σας έχω νέα όλους εσάς εκεί έξω που με διαβάζετε. Δεν υπάρχουν «δικοί μας», δεν υπάρχουν πολλοί που μπορούμε να αλλάξουμε για να γίνουν «δικοί μας». Γιατί πολύ απλά οι άνθρωποι είναι συνδεδεμένοι με την δικιά τους αίσθηση «της γαματοσύνης» και όχι με τη δικιά μας. Αν το συμφέρον που έχουν στο κεφάλι τους θα τους φέρει ποτέ ξανά στον δρόμο μας θα είναι τόσο πιθανό όσο η αγαπημένη μας μικρομεσαία ομάδα να πάρει ποτέ πρωτάθλημα. Όσο και να θέλω να τους δείξω ότι η καρδιά μου είναι η καθαρότερη και ότι θα τους αγαπήσει αγνά. Και γι αυτό ευτυχώς, υπάρχει η τέχνη, το γράψιμο, η μουσική. Και το μεγάλο μάτι του Τηλεοπτικού πύργου που μας βλέπει όλους. Όλα τα υπόλοιπα είναι για να παριστάνουμε τους έξυπνους στους άλλους ανόητους που και αυτοί με τη σειρά τους παριστάνουν τους έξυπνους. Η μόνη διαφορά είναι στο αν μας παίρνει ή στο άμα δε μας παίρνει και στο αν μπορούμε να κρατηθούμε ή αν δεν μπορούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου