Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

poor choices will tear us apart


Ήταν κάποτε τέσσερεις (4) συγκάτοικοι που παριστάνανε τα F.R.I.E.N.D.S. 2 αγόρια-2 κορίτσια. H Σουλτάνα, η Τζοβάνα, ο Νίκος κ Γρηγόρης. Η Σουλτάνα ήταν ένας εύθυμος υπέρβαρος μπόγος, από αυτές που καταλήγουν κάτι καημένοι που δεν ξέρουν γράμματα ή δεν έχουν στοιχειώδες εισόδημα και ζουν με τη μάνα τους, που δεν σταματούσε να μιλάει και της αρέσει ο χορός και τα λαϊκά. Αλλά πολλά λαϊκά. Το δε χόμπυ της ήταν να πηγαίνει σε φτηνιάρικα μαγαζιά και σε λαϊκές αγορές και να ψιλοκλέβει. Τσόκαρο, κατίνα, Δαπίτισσα και βλάχα από πάνω μέχρι κάτω με ιδιαίτερη προτίμηση στην Άννα Βίσση και στην Carrie Brandsaw που την είχε κρεμασμένη πάνω από το κρεβάτι της. Παρόλα αυτά καταφερτζού. Έτσι ένα βράδυ καπάρωσε τον Νίκο, έναν ήσυχο γεωπόνο, που πάντα πίστευε ότι όλα στη ζωή θέλουν μέτρο, κρατούσε αποστάσεις και πάντα συμβιβάζονταν με κάτι ελαφρώς καλύτερο όταν αυτό του παρουσιαζόταν χωρίς να πολυδιαμαρτύρεται.
Η Τζοβάνα του έμοιαζε περισσότερο. Και αυτή χαμηλών τόνων, άμα περπατούσες στον δρόμο δεν θα την πρόσεχες "Ά! κοιτάξτε μια ωραία γκόμενα που περνάει ή Ά! κοιτάξτε ένα αποκρουστικό Βυτιοφόρο που περνάει ας κοιτάξουμε αλλού'' δεν θα το λεγες ποτέ. Αδιάφορη. Μόνο αν έχεις πιει λίγο 3 με 4 ουίσκια και έχεις όρεξη για σεξ την προσέχεις λίγο περισσότερο και λες "ναι, αλλά δεν είναι και άσχημη''. Το άλλο καλό της Τζοβάνας ήταν ότι δεν ήταν βλάχα σαν την άλλη. Και τους Radiohead ήξερε, και Μονικα άκουγε και λίγο αριστερή προοδευτικιά το παιζε, μιας που αυτή ήταν η κύρια τάση της μάζας εκείνη την εποχή. Σα να είχε ένα μοναδικό ταλέντο να κάνει tune-in με τον μέσο όρο της μικρής της πόλης και να εξαφανίζεται στο πλήθος.
Ο καιρός περνούσε και η Σουλτάνα γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. όλο και πιο δυνατά τα μεσημέρια να παίζει Βίσση, όλη τη μέρα στην τηλεόραση, άνεργη να βλέπει κουτσομπολιά και όλο και να καθυστερεί τα νοίκια. είχε 7 μήνες να πληρώσει. όλοι από ευγένεια δεν της έλεγαν τίποτα. Ο Γρηγόρης όμως, φύση και όνομα ανυπόμονος, μια μέρα έσπασε και άρχισε να το φέρνει λάου λάου, γιατί οι υπόλοιποι 2 ήταν φλώροι και δεν τολμούσαν να αντιμετωπίσουν την υστερία της. Οι τσιρίδες και οι προσβολές ακουγόταν ακόμα και στη διπλανή πολυκατοικία. ''και ποιός είσαι συ? ένας αποτυχημένος! που σου πέφταμε και λίγες ένα βράδι! έχε χάρη που δεν τα ξεφούρνισα στον ανόητο τον Νίκο τι πήγες να μου κάνεις εκείνη τη μέρα μεθυσμένος. που δεν έχεις φίλους και τρέχεις πίσω από τον κάθε-αντε να μη πω εγώ- από ποιόν. Μηδενικό. Ανύπαρκτε." ο Γρηγόρης της είπε ότι αν δεν πληρώσει τα χρωστούμενα της θα κινηθεί νομικά. ο Νίκος προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. "κοίτα, ας μην κάνουμε φασαρία, η κοπέλα περνάει άσχημη φάση ρε συ, πρέπει να το καταλάβεις''.
Μια μέρα η Σουλτάνα χόρευε μόνη της στο δωμάτιο το "μπορεις κ απόψε να βγεις με όλες τις τσούλες της γης'΄ μεθυσμένη, ενώ μόλις χώρισε με τον Νίκο. Ο Νίκος, συνέχισε να πίνει απτόητος τον καφέ του στην παραλία μιας που δεν είχε πολύ δουλειά από το μεσημέρι. το βράδυ όταν γύρισε, η Σουλτάνα εξαφανίστηκε. είχε μαζέψει τα πράγματά της και κανείς ποτέ δεν την ξαναείδε. Η αστυνομία έκανε έρευνα στο σπίτι καθώς εκκρεμούσαν κάτι καταγγελίες για κλοπές από τα γύρω μαγαζιά. η Σουλτάνα φεύγοντας, άφησε και μια τεράστια κουράδα στον καναπέ για να θυμόμαστε τις ημέρες και τα έργα της και αναγκάστηκαν να αγοράσουν καινούργιο. Η Τζοβάνα αγκάλιασε για πρώτη φορά τον Νίκο. ο Νίκος τώρα που την πρόσεχε δεν του φαινόταν αδιάφορη, το πρόσωπό της σαν να φαινόταν πιο όμορφο, πιο ξεχωριστό.
Και έτσι ο Νίκος άρχισε να την ερωτεύεται. Έλεγε στον Γρηγόρη πόσο καλή και όμορφη είναι και ότι έχει γούστο, όχι σαν την άλλη. ''ναι ρε συ'', αποκρίθηκε ο Γρηγόρης, αλλά δεν παύεις να την συγκρίνεις σε σχέση με την Σουλτάνα. φυσικά και είναι πιο ωραία από τη Σουλτάνα, αλλά δεν παύει να μου είναι αδιάφορη''.. "έεελα ρε τώρα, αντιδραστικέ, βγάζεις κόμπλεξ, μια χαρά είναι η κοπέλα, με το σωματάκι της, μου φτιάχνει φαΐ τα μεσημέρια όσο εγώ πίνω καφέδες στην Παραλία. Και ναι ρε συ, στην Ελλάδα ζεις, φυσικά και ακούει Μόνικα και βλέπει Κανάκη και ξέρει και τον Λάνθιμο. Αν δεν άκουγε Μόνικα, δε θα της μιλούσε κανένας.''
Μ΄αυτά και μ'αυτά, ο Γρηγόρης δεν άντεξε να του παρουσιάζει ο Νίκος την μέτρια, ως θεά γιατί τόσο καιρό ζούσε με την χοντρή και σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι, αφήνοντας το ζευγάρι να πεθάνει ευτυχισμένο ο ένας στήριγμα στον άλλον για να γεννήσουν τα μέτρια παιδιά τους. Αυτός ακόμα κυνηγούσε το όνειρο να τον ερωτευτεί μια πραγματικά όμορφη κοπέλα και δεν το εγκατέλειψε ποτέ. Όταν επέστρεψε και τους ξανάδε μετά από χρόνια, τα μαλλιά τους άσπρισαν αλλά κατά τα άλλα, και οι 2 μείναν ίδιοι. Με τα ίδια ανώριμα αστεία, τις ίδιες χαζο-προοδευτικές ιδέες της μάζας, τις ίδιες εκπομπές στην τηλεόραση, τα ίδια είδωλα, τους ίδιους καφέδες στην παραλία, τις ίδιες διακοπές στην Χαλκιδική, τους ίδιους Κανάκηδες να παίζουν ρακέτες στην παραλία σαν να μην πέρασε καθόλου ο χρόνος. Και ένιωθαν ακόμα πετυχημένοι που έδιωξαν την χοντρή κλέφτρα από τη ζωή τους. Το μόνο τους κατόρθωμα. Ότι γλιτώσαν από τους χειρότερους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου