Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Η τελευταία ανάμνηση της Αθήνας



Ήταν μέσα Σεπτέμβρη και περπατούσα σε εκείνο τον τεράστιο δρόμο βγαίνοντας από το Σταθμό Λαρίσης ο οποίος εκείνες τις μέρες έμοιαζε με τον σιδηροδρομικό σταθμό φτωχογειτονιάς της Καλκούτα. Έπρεπε να αδειάσω το διαμέρισμα που νοίκιαζα μιας που το σχέδιο ‘‘ζήσε κοντά σε αυτή που σου κάνει να νιώθεις τις αισθήσεις σου να ξυπνάνε σαν άλογα που τρέχουν’’ απέτυχε παταγωδώς. Έξω από το σταθμό, αντί ταξιτζίδων που κάναν απεργία, μαυράκια και Πακιστανοί σου πρόσφεραν τσάρκες με τα αμάξια τους φτιαγμένα από λαμαρίνες που στήνουν τα τσαντίρια τους οι γύφτοι. το πορτοφόλι σου και τις βαλίτσες σου πάντως είναι πιο πιθανό να κάνουν βόλτα παρά εσένα. Λίγο πιο πέρα ένα μαυράκι μόλις άρπαξε την τσάντα μιας γριάς και άρχισε να τρέχει. Οι δε τελάδηδες του δρόμου, δε χαμπαριάζουν και συνεχίζουν το κήρυγμα τους για το επικείμενο τέλος του κόσμου για όλους τους φουκαράδες που ζούνε σ’ αυτή την πόλη, ενώ τα γραφεία στοιχημάτων,το τέλος, το δίνουν φαβορί. Τα υπόλοιπα μέσα μεταφοράς έχουν σταματήσει μετά τη 1 που έφτασε το τραίνο μου.
Αποφάσισα να πάρω τον μεγάλο δρόμο και περπατήσω μέχρι το σπίτι μου με τα πόδια.  Στ’ αριστερά του δρόμου ξεπρόβαλε η πινακίδα σε μια πολυκατοικία ''Χρυσή Αυγή''. Όταν προτιμάς να ξεχωρίζεις από το να σκέφτεσαι, ερωτεύεσαι τις λάθος λέξεις σκέφτηκα καθώς προχωρούσα τρεμάμενος μην πέσω με τις βαλίτσες σε καναν μαλάκα και με βάλει να του κάνω κανα ‘‘χάιλ’’ στο χάλι που ήμουνα νυχτιάτικα. Μέσα στις βαλίτσες εντωμεταξύ, εκτός από τα ρούχα που φοράω εδώ και 2 χρόνια μιας που η μόδα η φετινή είναι για μένα η μόδα η προπέρσινη γιατί δεν παίζει φράγκο, υπήρχαν και τα 2 βιβλία της μαλάκως, κάτι αναλύσεις πάνω στον χασικλή τον Μόρρισον που την είχαν επηρεάσει όταν ήταν μικρή και έπρεπε να της τα επιστρέψω. Βασικά, ήταν το μόνο διαπραγματευτικό μου χαρτί αν ήθελα να την ξαναδώ για τελευταία φορά πριν εγκαταλείψω αυτήν την γερασμένη πόλη και ακόμη περισσότερο τους γερασμένους της ανθρώπους, για πάντα.   
Αφού περπάτησα κι άλλο μπήκα σε κάτι στενά ν’ανέβω στο σπίτι που νοίκιαζα, αλλά ήταν ακόμη μακρυά και είχα την εντύπωση πως χάθηκα. ‘‘γαμώ τις απεργίες σας ταρίφες, θα ήμουνα τώρα σπίτι και θα την έπαιζα στο ίντερνετ’’ αναστέναξα. Ένιωσα από πίσω μου 3 να μ’έχουν πάρει από πίσω. 99/100 περιπτώσεις, είναι παρέες που περνάνε καλά και εσύ φοβάσαι χωρίς λόγο, αλλά 1/100 είναι παρέες που θέλουν να περάσουν καλά με τα πράγματά σου και εσύ έχεις κάθε λόγο να φοβάσαι. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν αρχίζουν και σου μιλάνε με σπαστά ελληνικά. ‘‘έκεις ένα τζιγκάρο φίλε?.. ντόσε μας όσα έχεις.. Αφήνω τη βαλίτσα και πάω να τρέξω αλλά με προλαβαίνουν με κάτι μαχαίρια..’‘ντοσε το πορτοφόλι σου’’ μου είπε ο πιο μαυριδερός ζουμπάς ‘‘και να στο δώσω φίλε τι θα βρεις? τίποτα’’ του απάντησα προσπαθώντας να τον πείσω ότι δεν έχει νόημα να κλέψουν κάποιον που τρώει 25 ευρώ στο σούπερ μάρκετ την εβδομάδα. Οπότε το μόνο που κοιτάς εκείνη την ώρα είναι το πως θα προσέξεις με όλη τη δύναμη του μυαλού σου να μην πέσεις πάνω στην λάμα και ας πάει και η βαλίτσα με ότι πολύτιμο θεωρείς πως έχει μέσα έχοντας μόλις αναθεωρήσει τις αξίες των πραγμάτων. Ξαφνικά προσγειώνεται στο χέρι του ένας λοστός και το μαχαίρι πέφτει κάτω. Χρέη απο μηχανής θεού ήταν μια παρέα με ξυρισμένα κεφάλια, αρβύλες , στρατιωτικά παντελόνια και διακριτικά σήματα της φάσης τους. ‘‘Ποντίκια θα πεθάνετε’’ ούρλιαξε ο οπλαρχηγός καθώς η ομάδα του ήταν μεγαλύτερη από αυτή των πακιστανών που μ’ επιτέθηκαν. Τα ποντίκια τράπηκαν σε φυγή και οι μισοί τους πήραν από πίσω. Ο πιο ξυρισμένος στο κεφάλι άρχισε το κήρυγμα 2 η ώρα τη νύχτα, το οποίο ήταν πιο κήρυγμα κι από τραγόπαπα σε άμβωνα κι από Λαζόπουλο στην εκπομπή του, περί του ‘‘εμείς θα σώσουμε το έθνος από την κατρακύλα’’. Ένιωσα να του ζητήσω ευχαριστώ που ακόμα είμαι ζωντανός. Βασικά την κωλοφαρδία μου έπρεπε να ευχαριστήσω και την τυχαιότητα που διέπει το σύμπαν, αλλά με βάση τις αρχές της επιβίωσης έπρεπε να ευχαριστήσεις τον σωτήρα σου όσο μπερδεμένο και παράλογο τον θεωρείς πως είναι. Και τό κανα. Άσε που η ανάλυση περί καθαρότητας των φυλών και περί ξεβρομίσματος της περιοχής έπρεπε με κάποιον ευγενικό τρόπο να σταματήσει.
Η θέση ισχύος που βρισκόταν η παρέα έναντι σε μένα ήταν προφανής, οπότε με βάση τη λογική τους ήθελαν και κάτι παραπάνω από μένα. Να γίνω ‘‘δικός’’ τους. Μου ζήτησαν να φιλήσω την ελληνική σημαία και μετά αν το έκανα με προθυμία μάλλον θα ανταλλάζαμε και τηλέφωνα για να με ενημερώσουν και για τις υπόλοιπες δραστηριότητες της ομάδας. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα τον Καμύ που πίστευε ότι ο άνθρωπος περνάει ολόκληρη τη ζωή του να πείσει τον εαυτό του πως δεν είναι γελοίος. Γαμημένε Καμύ! Αν ήμουν ηλίθιος θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να αλλάξει η κοσμοθεωρία μου και να πιστέψω σε ένα σύμπαν γενετικής καθαρότητας και μάλιστα θα μπορούσα να είμαι ένα πετυχημένο και εξέχον μέλος αν αποδεχόμουν την ομαδάρα τους και αγωνιζόμουν για αυτήν. Και μάλιστα, θα μπορούσα εκείνη την ώρα να δεχόμουνα ότι έχουν δίκιο σε κάποια από αυτά που πιστεύουν, με την παθητική ευγένεια του αδύναμου σε αντάλλαγμα την ζωή μου και τη βαλίτσα μου και το ενδεχόμενο να ξαναδώ την γκόμενα. Οπότε όφειλα να το βουλώσω, να παίξω τον ρόλο μου όσο καλύτερα γίνεται και γιατί όχι να επισκεπτόμουνα και ένα καινούργιο κουρείο να ξυρίσω το μαλλί μου τις επόμενες μέρες. Γαμημένε Καμύ και όλοι εσείς που με μορφώσατε, και εσύ, γαμημένη φωνή που φωνάζεις μέσα μου να τα βάλεις με όλο τον κόσμο ακόμα και αν πας κόντρα στο προσωπικό σου συμφέρον, στις πιθανότητες να ζήσεις, ακόμα και στη γυναίκα που ερωτεύτηκες και της ψωροπερηφάνιας σου να μην δεχτείς ούτε την φιλία που σου πρόσφερε, γιατί δεν ήσουν ακόμα έτοιμος για να γίνεις άντρας της, και για αυτό μαλώσατε και είσαι εδώ που είσαι αυτή τη στιγμή.
‘‘Φίλε, ευχαριστώ που μ’ έσωσες, αλλά πρέπει να φύγω. Θα τα πούμε μια άλλη στιγμή’’ ‘’δε θα φιλήσεις τη σημαία πριν φύγεις?’’ με ρώτησε. ‘‘όχι ρε συ, συγγνώμη, παιδάκια είμαστε?’ του απάντησα.
Κάποιος από εκείνους μου έβαλε τρικλοποδιά. Με έπιασαν από τον σβέρκο και από τα χέρια και με ακινητοποίησαν.Ένας άλλος μου έχωσε κάτι μπουνιές. ‘‘θες τώρα πραγματικά να την φιλήσω? θα είναι σαν να με βιάζετε και πρέπει κάτσω ήσυχος, δεν έχει νόημα’’ ‘‘αχάριστε κωλοέλληνα, σε σώσαμε από εκείνους και ακόμα πιστεύεις ότι λέμε μαλακίες’’ μου είπε κάποιος. Έφαγα μια κλωτσιά στα μούτρα και εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι. Μάζεψα την πεσμένη βαλίτσα και συνέχισα να περπατάω προσπαθώντας να ηρεμήσω από την υπερένταση για να υπολογίσω σωστά το μέγεθος του πόνου από τους τραυματισμούς. Τα βιβλία της μαλάκως τουλάχιστον σώθηκαν. Έβαλα πάγο στα καρούμπαλα και στους μωβ κύκλους γύρω από το μάτι μου, που άρχισαν να πονάνε καθώς ξεφύλλιζα για τελευταία φορά τα βιβλία. Αποφάσισα να τα κρατήσω για την πάρτη μου, σαν το τελευταίο αντικείμενο που θα μπορούσα να έχω από εκείνη. Κάποια άλλη φορά ίσως που ο κόσμος μου θα δικαιωθεί, θα της τα στείλω. Μέχρι τότε, θα βρω μια δικαιολογία, πχ ‘’τα έκαψα μέσα στην τρέλα μου, για να την εκδικηθώ, και τα έψησα στο μπάρμπεκιου ένα βράδυ μεθυσμένος’’, κάτι θα σκεφτώ τέλος πάντων. Και μετά προσπάθησα να σβήσω το γεγονός από τη μνήμη μου, αλλά πολύ περισσότερο 'Εκείνη' σαν προσδοκία από το μέλλον μου. Ηρέμησα. Σε λίγες μέρες θα αλλάξω χώρα. Θα διαλέξω για τελευταία και καλύτερη ανάμνηση από την πόλη της Αθήνας εκείνη τη νύχτα που την κρατούσα στην αγκαλιά μου και ξάπλωνε στα πόδια μου, μέσα στο σμαρτάκι της καθώς κοιτούσα μέσα στα μάτια της, ενώ ευχόμουνα μέσα μου να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Έφαγα το τελευταίο μου χάμπουργκερ τις επόμενες μέρες από το εστιατόριο της γειτονιάς και με την ίδια βαλίτσα ξαναπήρα το τραίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου