Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

sweet nights under the dark sky episode # 33 Ugly cities behind beautiful Walls

Οι κάτοικοι της μικρής πόλης είναι περήφανοι για την πόλη τους. Βασικά είναι περήφανοι για τους εαυτούς τους, που μόλις συνήλθαν από μετωπική τράκα με νταλίκα και είναι αισιόδοξοι ότι δεν έχουν πάθει τίποτα. Αδύναμοι να δουν οτιδήποτε πέρα από την μύτη τους, ανήμποροι να παραδεχτούν ότι ακόμα και αν υπάρχει πέρα από τα πολύχρωμα τείχη που φτιάξανε και διακοσμήσανε, δεν γίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτούς. Και αυτοί οι τοίχοι, υπέροχοι, μοναδικοί, που ακόμα και αν ήθελε κάποιος από αυτούς να περάσει στην άλλη πλευρά μαγεύονταν από την ομορφιά του Θερμαϊκού να απλώνει μπροστά τους και γυρνούσαν πίσω, ένα ισχυρότατο μυοχαλαρωτικό που έχει καταδικάσει τους περισσότερους να πίνουν φραπέ στη θέα του. Έχοντας την άγνοια να κοιτάξουν παραπέρα, αγκομαχώντας να βιώσουν την ευτυχία μέσα στην άγνοιά τους, πανηγυρίζουν την μετριότητά τους στους φίλους τους .  Θα πρέπει να να καταλάβεις ότι είσαι ένα τίποτα για να φύγεις μπροστά μάλλον.
 



Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

sweet nights under the dark sky #32 : a collector's item


Ο μπάρμαν άφησε για λίγο το πόστο του να υποδεχτεί την βασίλισσα που μπήκε στο μεγαλύτερο κοσμικό κλαμπ της επαρχιακής πόλης με την φωτογραφική του. Όλοι οι ακόλουθοι στέκονταν στην ουρά για να τους χαιρετήσει. Εκείνος έκανε το ίδιο. Ήταν ευτυχισμένος που τραβούσε φωτογραφίες των ανθρώπων. Αυτοαποκαλούνταν ''συλλέκτης στιγμών''. Όχι των δικών του, αλλά των άλλων. Κάθε φορά που έμπαιναν αστραφτερά πρόσωπα τα αποθανάτιζε με την κρυφή επιθυμία να πάρει ένα κομμάτι από τη λάμψη τους, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε. Στο μοναχικό δωμάτιο των εμμονών του κολλούσε ευλαβικά στον τοίχο όλους αυτούς που του χαμογελούσαν, που του πετούσαν ψίχουλα ενδιαφέροντος και μετά τον αφήναν μόνο. Στο αδιάφορο χαμόγελο της Βασίλισσας έβγαλε έξω το πουλί του και το έπαιξε δυνατά καθώς την φανταζότανε να του καθότανε καθώς του έδινε τις πιο γλυκιές της πόζες λιώνοντας για πάρτη του. Λίγο πριν σιχαθεί τον εαυτό του αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να την αγγίξει στα αλήθεια, ότι μέχρι εκεί έφτανε. Ένα βράδυ μεθυσμένος εκείνος της έκανε εξομολόγηση για το  πως ένιωθε για αυτήν. Εκείνη ένιωσε άβολα και έφυγε. Την επόμενη μέρα τον απέλυσαν και πήραν άλλον φωτογράφο. Τη νύχτα στο σπίτι του, αποκαθήλωσε όλα τα ψεύτικα χαμόγελα και αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να πρωταγωνιστήσει και αυτός. Έβγαλε ένα πιστόλι από το συρτάρι του, το όπλισε με το ένα χέρι και με το άλλο προσπάθησε να βγάλει τον εαυτό του φωτογραφία. Τη στιγμή της εκπυρσοκρότησης όλα τα χαμόγελα των άψυχων ανθρώπων έγιναν το πιο όμορφο χαμόγελο στο διαλυμένο του κρανίο. Κρίμα που δεν μπόρεσε να δει τον εαυτό του να τον θαυμάσει.