Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Σπορτμπιλι

Στο μεγάλο πάρκο του Hasenheide με τα τεράστια δέντρα υπάρχει μια καινούργια παρέα από Έλληνες κοντά στο ζωολογικό κήπο. Η ψυχή της παρέας είναι ο Μπίλης ο σκειτάς που κουβαλάει μια τσάντα γεμάτη μπάφους κόκες σπιντ και mdma. Κάθε φορά που περνάει κανας περαστικός, του χαμογελάει και του κάνει νεύμα να έρθει. Τότε του ανοίγει την μαγική τσάντα και του δίνει ότι ναρκωτικό επιθυμεί. Α! ξέχασα να σας πω ότι ο Μπίλης δεν έχει πόδια. Το σκέιτμπορντ ήταν και συνεχίζει να είναι το μέσο της μετακίνησης του καθώς κάθεται πάνω του και το μετακινεί με τα χέρια του.Οι παππούδες του του ήταν κάτι γοριλάνθρωποι, που γέννησαν μια πιθηκίνα που αυτή με τη σειρά της, γέννησε αυτό το έκτρωμα χωρίς πόδια. Αλλά όσο του έλειπαν πόδια, άλλο τόσο του περίσσευε στο να είναι καταφερτζής. Μπορούσε να βλέπει μπροστά κινήσεις και να εντοπίζει τις ευκαιρίες που του έρχονται από χιλιόμετρα, όπως αυτή που του παρουσιάζονταν στα 20 μέτρα να τον πλησιάζει. Ήταν ένα 18χρονο κορίτσι με κόκκινα μαλλιά, τόσο όμορφο που ντρεπόσουν να το κοιτάξεις. Για μια στιγμή σάστισε, το αφεντικό του γύρισε και του πε ''έλα συγκεντρώσου, τέτοιες γκόμενες δεν είναι για σένα μικρέ'' και εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε ότι είχε απόλυτο δίκιο κατεβάζοντας το κεφάλι βράζοντας μέσα του. Το κορίτσι, ερχόταν πάνω σ' ένα longboard. Όλοι αυτοί  που σπάνε τα μούτρα τους και μετά ξανασηκώνονται για να συνεχίσουνε να κάνουνε την ίδια μαλακία που κανανε πριν είχαν τον απόλυτο σεβασμό του. Με το που τον είδε πάνω στο σκέιτ τον πλησίασε. Ανέβασε το κεφάλι, την κοίταξε και τα μάτια του άστραψαν. Ήταν σαν άγγελος. ''Θα θελα 20 ευρώ χόρτο'' του είπε χαμογελαστά. Αυτός συνέχισε να την κοιτάει σαν χαμένος. ''σόρυ, χάζευα την προσωπάρα σου και ξεχάστηκα. Αμέσως'' Γελάει αυτή γοητευμένη από το κοπλιμέντο. Βγάζει από το τσαντάκι του το σακουλάκι με το χόρτο. Της έδωσε ολόκληρο το σακουλάκι που άξιζε τουλάχιστον το διπλάσιο ''πολύ είναι αυτό'' του λέει η κοκκινομάλα με το λονγκμπορντ. ''Μου φτιάξατε τη μέρα δεσποινίς, σου το κερνάω'' της αποκρίνεται. ΄΄Ευχαριστώ. δεν μπορώ να πω όχι. σου αρέσει το σκέιτ?΄΄ τον ρωτάει από ευγένεια. ''ζω πάνω στο σκέιτ, μπορεί να μην είμαι σαν και εσάς αλλά ξέρω και εγώ τα κόλπα μου'' ''θα θελες να μου δείξεις κάποια μέρα?'' ''που θα σε βρω?'' ''στο τέμπελχοφ'' ''θα σε βρω'' της είπε μαγεμένος. ''εντάξει τα λέμε'' ενώ έσμπρωξε το λόνγκμπορντ της να κυλήσει και να φύγει. Με το που έφυγε έφαγε μια φάπα από το αφεντικό του ''καλά ρε μαλακισμένο, θα μας χαλάσεις όλο το εμπόρευμα για ένα κωλόμουνο?'' ''βγαλτο από το μεροκάματο μου ρε, τι βαράς? Εδώ μόλις έγινε ένα θαύμα'' ''στα αρχίδια μου, αν το ξανακάνεις έφυγες. Το κατάλαβες? Τόσα λεφτά πληρώνω για το εμπόρευμα, δεν το χαρίζω σε κανέναν''

Την επόμενη μέρα ο Μπίλης τρελάθηκε. Ήταν αποφασισμένος να βρει την κοπέλα και να εξαφανιστεί μαζί της για πάντα. Για αυτό έκανε μόνος του το βήμα της πίστης που απαιτείται και εκεί που καθόταν στο πάρκο μαζί με το αφεντικό του, παίρνει την τσάντα και φεύγει. ΄΄Που πας ρε μαλακισμένο?'' ''Άντε γαμήσου μαλάκα καθώς βάζει δύναμη στα χέρια του να φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακρυά με το σκειτ του. Το αφεντικό τον κυνηγάει ΄΄δε θα γυρίσεις σπίτι σου? θα σε γαμήσω'' Ο Μπίλης είχε πάρει την απόφαση να μην ξαναγυρίσει ποτέ'' Ούτε περιουσία είχε, ούτε καλά ρούχα, ούτε αγαπημένα αντικείμενα. Ένα βαλιτσάκι είχε γεμάτο ναρκωτικά και ένα σκειτ. Και αυτά του αρκούσαν. Ήθελε να ζήσει ελεύθερος, για όσο μπορούσε. Το αφεντικό του είχε μείνει πίσω και έστριψε απαλλαγμένος από καταδιώκτες στο δασάκι που οδηγεί στο παλιό το αεροδρόμιο του Τέμπελχοφ. Ήξερε ακριβώς που θα την βρει. Σε ένα μισοτελειωμένο κτίριο στην δυτική πλευρά του πάρκου κατεβαίνοντας. Εκεί έκαναν τα σκέιτ τους τα κουλ παιδιά. Και εκεί ήταν η κοπέλα με τους φίλους της. Λίγο πριν την συναντήσει, πήρε όσο περισσότερα ναρκωτικά μπορούσε από το βαλιτσάκι του που ήταν γεμάτο με εμπόρευμα αξίας τουλάχιστον 5000 ευρώ. Και είχε πάρει την απόφαση να τα πιεί όλα. Μόλις άρχισε να τον χτυπάει το md, πήγε με τα διεσταλλόμενα του μάτια και της λέει χαμογελαστά ''σε βρήκα'' ''όπα καλώς τον, πως σε λένε?'' ''Οι φίλοι μου με φωνάζουν σπορμπίλι'' ''εγώ είμαι η Μαρία'' . Η Μαρία ήταν ένα μικρό κορίτσι που ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερες περιπέτειες μπορούσε. Την έλκυαν όλοι όσοι ήταν διαφορετικοί σ' αυτόν τον κόσμο. Απλά δεν ήξερε ότι ο Μπίλης εκτός από τα πόδια του είχε χάσει και το μυαλό του για εκείνη. Περάσανε το απόγευμα τους, μέχρι ο ήλιος να δύσει γλυκά τρέχοντας πάνω στα σκέιτ. Όταν νύχτωσε, πίτα από τα ναρκωτικά και οι 2, η Μαρία τον προσκάλεσε να έρθει μαζί της σε ένα πάρτι στο σπίτι ενός φίλου. Ο Μπίλης μπήκε σαν σταρ. Ήταν η ατρακσιόν της βραδιάς για τους παριστάμενους. Αφού τους κέρασε όλους ναρκωτικά και απέφυγε τον πειρασμό να κλέψει ένα iphone που βρήκε στο τραπέζι, άρχισε να χορεύει πάνω στο σκέιτ κάνοντας μπρέικ ντανς. Η Μαρία τον έπιασε από τα χέρια και τον στριφογύριζε γύρω απ αυτήν κάνοντας κύκλους στο σαλόνι που μετατράπηκε σε πίστα. Λίγο αργότερα της αγκάλιασε τρυφερά τα πόδια της και άρχισε να τα φιλάει. Κάθισε η κοπέλα στο πάτωμα και τον φίλησε στο στόμα. Πήγαν αγκαλιασμένοι σε μια κάμαρα την κλείδωσαν και η κοπέλα ξάπλωσε ολόγυμνη στο κρεβάτι. ''Θα πηδηχτούμε υπέροχα, στο υπόσχομαι'' της είπε. Στο πρόσωπο της είδε για πρώτη φορά την ευτυχία. Την κοιτούσε στα μάτια και χανόταν μέσα τους. Έβγαλε ένα χαζό χαμόγελο ευτυχίας λίγο πριν λιποθυμίσει στην αγκαλιά της κουρασμένος από την ημέρα.  

Το επόμενο πρωί που ξύπνησε η κοπέλα δεν ήταν εκεί. Ξύπνησε νωρίτερα και έφυγε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να μείνει εξάλλου για πολύ με έναν άνθρωπο χωρίς πόδια. Τι να κάνει και αυτός τα μάζεψε και έφυγε. Το βαλιτσάκι του ήταν άδειο. Το έβαλε στον ώμο του και άρχισε να τσουλάει με το σκειτ προς το δρόμο. Βγαίνοντας από το σπίτι είδε το αφεντικό του με 2 φίλους του να τον περιμένουν για να τον σκοτώσουν. Με που τους πήρε χαμπάρι άρχισε να τρέχει. Εκείνοι τον πήραν από πίσω. Για καλή ή κακή του τύχη μπήκε σε μια τεράστια κατηφόρα και τους άφησε πίσω. Έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα δεν μπορούσε να φρενάρει και στο τέλος του δρόμου ήταν μια διασταύρωση με διερχόμενα αυτοκίνητα. Ερχόμενος με φόρα στη διασταύρωση έπεσε πάνω σε ένα αμάξι που δεν πρόλαβε να φρενάρει και τον τίναξε στα 5 μέτρα. Όταν αργότερα ήρθε το ασθενοφόρο ο Μπίλης ξεψυχούσε. Μέσα στο ασθενοφόρο νόμισε πως είδε το Μαράκι να του κρατάει το χέρι καθώς όλα άρχισαν να θολώνουν και να σβήνουν.      

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

περπατώντας στο σκοτάδι

περπατάς μες στο σκοτάδι, χωρίς αγάπη, χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα
ονειρεύεσαι ότι το μέλλον θα ρίξει λίγο φως αλλά το μέλλον ήρθε και ακόμα σκοτεινά
δεν είμαστε σαν τους κανονικούς ανθρώπους άλλωστε
χτυπάς την πόρτα του σατανά αλλά αυτός δεν ανοίγει
και σ' αφήνει απ έξω να κρυφακούς την ευτυχία χάνοντας κομμάτια του εαυτού σου
περπατάς μες στο σκοτάδι με ότι απέμεινε
και ότι απέμεινε είναι αυτές οι λέξεις να σε βαστάνε για να συνεχίζεις να περπατάς


 

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

to the next one


Η τσατσά με τη σφουγγαρίστρα στο χέρι, μου άνοιξε την πόρτα στο μπουδρελάκι του Αλτ Μαριεντχοφ, αφού έκανα καμιά ώρα να το βρω και έγινα μούσκεμα από τη βροχή. Της ζήτησα μια πετσέτα να σκουπιστώ από τα νερά κι από τον ιδρώτα του άγχους. Μαζί με την πετσέτα μου πρόσφερε καφέ και ένα μπολάκι καραμέλες. Ξετύλιξα μια, την έβαλα στο στόμα μου, από εκείνες τις μικρές αλλά στρόγγυλες, και μου ήρθε μια μπαγιάτικη γεύση καυτερής μέντας, χειρότερες κι από αυτές που σου προσφέρουν θείτσες σε μνημόσυνο. Αμέσως μετά με οδήγησε στο σαλόνι του κάστινγκ.Για Κυριακή μεσημέρι δεν είχε κίνηση και οι διαθέσιμες κοπέλες ήταν λίγες.Αφού παρατάχθηκαν στη σειρά, μπήκαν μια μια και κάναν την πασαρέλα τους με εσώρουχα. Εγώ, σαν άλλος κριτής καλλιστείων, έπραξα στο ακέραιο το καθήκον μου. Διάλεξα το ρωσσάκι με το γλυκό πρόσωπο και τον τουρλωτό κώλο, ο οποίος ήταν πιο αφράτος και από προφιτερόλ Ελενίδη. Μάλιστα είχε και ένα τατού με κερασάκι στο κωλομέρι της, για να κάνω το λογοπαίγνιο 'the one with the cherry on top' χωρίς να γελάσει καμιά με το ηλίθιο αστείο μου. Της είπα της τσατσάς το όνομα της κοπέλας και με έστειλε στο δωμάτιο. Μπήκα στο δωμάτιο κι άρχισα να ξεντύνομαι χαζεύοντας το είδωλο της ερωτικής μπυροκοιλιάς μου στον καθρέφτη του ταβανιού. Λίγο μετά μπήκε και το ρωσσάκι με σκοπό να ξεμπερδέψει γρήγορα με εμένα.Έλα όμως που δεν ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και δε μου έκανε κούκου. Απεναντίας μου συρρικνώθηκε.
'Τί θα γίνει?' με ρωτάει ενοχλημένη από την καθυστέρηση. 
''Συγχωρήστε με δεσποινίς,αλλά δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά φέτος που μου συμβαίνει. Τι να κάνω?'' 
''Να χαλαρώσεις. Έχεις δοκιμάσει να πιεις λίγο κρασάκι πριν?''
''Έχω δοκιμάσει ότι γνωρίζω. Για αυτό ήρθα σε εσάς, να δω όντως αν υπάρχει πρόβλημα. Το φανταζόμουν ότι υπήρχε πρόβλημα''
''τι πρόβλημα?''
''φοβάμαι ότι δε μπορώ να αποδώσω.''
''και που νομίζεις ότι οφείλεται?''
''στο γεγονός ότι είμαι αγχωμένος''
''Γιατί είσαι αγχωμένος?''
''γιατί αυτή είναι η φύση μου. Να μην αντιδρώ τη στιγμή που πρέπει και αγχώνομαι..
''τι αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή?''
'μόνο φόβο. όλα τα άλλα σκαλώνουν. 
πόσο χρόνο έχουμε ?''
''άλλα 10 λεπτά''
Ωραία. Οπότε, είχα δεν είχα, άρχισα πάλι να ξαπλώνω σ'ένα κρεβάτι και να κάνω αυτό που μπορώ να κάνω καλύτερα από το σεξ, δηλαδή να αφηγούμαι τα πρόσφατα κεφάλαια των βαρετών γκομενικών απομνημονευμάτων μου σε γυναίκες που δε μου κάθονται ούτε επι πληρωμή. 
''Που λέτε δεσποινίς, περιμένω μια κοπέλα την κοπέλα των ονείρων μου.Την ονειρεύομαι όλη την ημέρα. δε μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου''
''τι σου έκανε και είναι των ονείρων σου?''
''είναι η εικόνα που μου δείχνει πως είναι η ευτυχία αυτή τη στιγμή. ''
''πόσο καιρό την ξέρεις αυτή την κοπέλα?''
''εδώ και λίγους μήνες''
''ζει στο Βερολίνο?''
''όχι, είναι αγγλίδα, αλλά έρχεται σε λίγο να κάνει διακοπές και θα γνωριστούμε. και θέλω να μαι έτοιμος, καταλαβαίνετε''
όχι ιδιαίτερα, νομίζεις ότι σε θέλει?
''εγώ τη θέλω δε νομίζω να με θέλει αυτή.  αλλά την τελευταία φορά που μιλήσαμε μου έκανε κάτι μαγικό''
''και πιστεύεις ότι αυτό είναι έρωτας? που το βασίζεις?''
''όλοι αυτοί που ερωτευτήκατε δεσποινίς πιστεύετε ότι είχατε κάποιον ισχυρότερο λόγο? Ότι θέλει ερωτεύεται κανένας, έτσι αυθαίρετα. Για λόγους που δεν ξέρει ούτε ο ίδιος. Εγώ ερωτεύτηκα μια εικόνα''
''και πιστεύεις ότι αυτό θα πετύχει?''
''Δε ξέρω, αλλά θα θελα να ήμουν αισιόδοξος. Να της δείξω τα αγαπημένα μου μέρη στην πόλη, Να την κάνω βόλτες στο πάρκο του Hasenheide, εκεί που το έδαφος με το γρασίδι γίνεται κυρτό και να ξαπλώνουμε αγκαλιά, να την πάω σε ένα όπεν ερ και να πάρουμε ναρκωτικά μαζί χορεύοντας αγκαλιασμένοι στη βροχή, να περπατήσουμε τις γέφυρες και να βλέπουμε τα ποτάμια μιλώντας για ασήμαντα πράγματα, να ξενυχτάμε ως το πρωί σε κλαμπς, να κάνουμε έρωτα το πρωί που θα ξυπνάμε και να της κάνω εξομολόγηση στο αγαπημένο μικρό πάρκο της γειτονιάς μου σε ένα παγκάγκι απέναντι στη λιμνούλα λέγοντάς της ότι θα ήθελα να πάρω ένα αεροπλάνο την επόμενη φορά και να την ξαναδώ''
''και γιατί ήρθες εδώ?''
''γιατί δεν ξέρω πως να της κάνω έρωτα''
''τότε ήρθες σε λάθος μέρος. Ο χρόνος μας τελείωσε''

Όταν τελικά έφτασε, προς μεγάλη μου έκπληξη όλα λειτούργησαν σωστά εκτός από την αφραγκία μου γιατί τα έφαγα όλα στα ρούχα που θα με έβλεπε. Για πρώτη φορά στη ζωή μου που η πραγματικότητα αποδείχτηκε πιο γενναιόδωρη από τις φαντασιώσεις μου

Την είχα στα χέρια μου επιτέλους, ήταν ζωντανή, ήταν εκεί αλλά και ένιωθα τίποτα,, αλλά η στιγμή περνούσε και δεν θα υπήρχε καμιά άλλη ευκαιρία να περάσει από μέσα μου.
Ήμουν καυσόξυλο περιλουσμένο με βενζίνη περιμένοντας τη στιγμή που θα με πάρει κατά τύχη καμιά σπίθα. Και ξαφνικά, άρπαξα φωτιά.
Κι όταν περνάει από μέσα σου, μέσα από τη ζωή σου, τίποτα δεν σκέφτεσαι, τίποτα δεν αξιολογείς, τίποτα δεν κάνεις λάθος, όλα τα βιώνεις, και η στιγμή σου μένει καρφωμένη να την παίζεις στο ριπιτ κάθε φορά που θες να θυμηθείς.
Έφτασα εκεί που δεν πήγα ποτέ.
Ήμουν ένα άγριο ζώο που έτρεχε να πιάσει την αστραπή θέλοντας να πεθάνει ή να κερδίσει την αιωνιότητα.
Μετά την πήρα στην αγκαλιά μου.
Λίγο πριν αποσυντεθώ από την κούραση, νόμισα ότι την είδα να με κοιτάει, με τα μάτια μισόκλειστα, και να μου χαμογελάει.
Νόμιζα ότι μου έλεγε 'μην ανησυχείς για τίποτα, είμαι δικιά σου'.
Το επόμενο πρωί είχε πάει στην άλλη άκρη του κρεβατιού κάνοντας την απόσταση που μας χωρίζει να φαίνεται χιλιόμετρα και ένιωθα το κρύο στο δωμάτιο. 
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Μόλις έκλεισε την πόρτα και εξαφανίστηκε, άρχισε να τρέμει το χέρι μου.
Ερχόταν στο νου μου όλα τα τρομακτικά σενάρια. Είχα βγει μαζί της την προηγούμενη στο ae  και ένας ωραίος γκόμενος απέναντι αλλά μεγάλο αρχίδι και μια μέρα θα τονε βρώ και θα τον γαμήσω στο ξύλο, της έκλεινε το μάτι παρά το national geographic άγριο βλέμμα που του ριξα. Το πρωί είδα ένα χαρτάκι με ένα τηλέφωνο που μάλλον της έδωσε εκείνος. Πήρα ένα μπουκάλι τζιν και άρχισα να το πίνω μεσημεριάτικα. Οι μέρες κύλησαν χωρίς να με ειδοποιήσει. Την έψαχνα απεγνωσμένα στο ξενοδοχείο της μα δε τη βρήκα. Ένιωθα ότι μαχαιρώθηκα.

Έκανα απογραφή να δω τι μου είχε μείνει
-ένα ολοκαίνουργιο κρεβάτι (πριν έρθει αυτή δεν είχαμε, κοιμόμασταν σ' ένα στρώμα σαν τα ζώα στο πάτωμα)
-κάτι καλοκεντημένα βίνταζ σεντόνια και μαξιλάρια (να αφήνει τα χύσια της και τον ιδρώτα της πάνω τους)
-μια γλάστρα τριαντάφυλλα (που ήθελα να της κόψω και να της δώσω ένα- να μαλάκα #self_facepalm)
-ένα πολύ μοδάτο αδιάβροχο (που αγόρασα 2 μέρες πριν έρθει και μου τέλειωσαν τα λεφτά τη μέρα που ήρθε, αλλά ευτυχώς της άρεσε)
-κάτι μάπα t-shirt (που δεν της πολυαρεσαν- ούτε εμένα να πω την αλήθεια)
-ένα πανάκριβο πανέμορφο πουκάμισο (που ποτέ δεν είδε, γιατί ήθελα να με δει Παρασκευή βράδυ να το φοραώ- αν και ομολογώ ότι την ώρα που το πλήρωνα στο ταμείο ένιωσα πολύ κακούς οιωνούς)
-μια σχεδόν κλειστή καπότα (που την έχω αφήσει ακόμα στο ράφι γιατί δεν ξέρω ακόμα αν λειτουργεί ή αν θα πρέπει να την κρατήσω για ενθύμιο)
-μια τρίχα απ' τα αραιά μαλλιά της στο τραπέζι μου (που την χάνω και την ξαναβρίσκω κάθε 2-3 μέρες)
-ένα αφόρητα κοινότυπο ποτήρι τσάι (που μου κανε δώρο για να βγει από την υποχρέωση), ενώ δεν πίνω καν τσάι- γαμώ το φελέκι μου, την στιγμή που έφαγα 3 ώρες brainstorming από τη ζωή μου να της βρω ένα δώρο που θα της αρέσει, αλλά τουλάχιστον αυτή τη στιγμή βάζω το τζινάκι μου μέσα σ'αυτό ενώ έχω μετατρέψει τη βάση του σε σταχτοδοχείο
-κάτι αδιάφορες καρποστάλ που πέταξα, αλλά κράτησα τη μια, εκείνη που μ' άρεσε, και την έκανα κορνίζα μέρες αργότερα, στον τοίχο πλάι στο καινούργιο μου κρεβάτι, από την πλευρά που κοιμότανε, για να ξυπνάω κάθε πρωί και να τη βλέπω, μπας και πάρει φωτιά το μάτι μου κι αρχίσω να τρέχω 
- κάτι αναπάντητες ερωτήσεις στο κεφάλι μου και αρκετά αναπάντητα μεθυσμένα σταλμένα μηνύματα στο κινητό μου
- ένα χαλασμένο κολιέ, που έσπασε πάνω στο κρεβάτι, και την αλυσίδα του την έχω  στην κρεμάστρα που κρεμάω τα κλειδιά μου, ενώ το πετράδι το κουβαλάω πάντα στην τσέπη μου.
-και ένα όμορφο μέρος να πηγαίνει το μυαλό σου όταν χρειάζεται να πάει, προσπαθώντας να την ξεχάσεις.
 Όσο για αυτά που χάθηκαν, από τη στιγμή που έφυγε εξαφανίστηκαν κομμάτια μου. το μυαλό μου, το ποδήλατο μου που το άφησα μια μέρα ξεκλείδωτο για να πάω για τζινάκια στο απέναντι σούπερ μάρκετ, η δουλειά μου που παραιτήθηκα, το μέλλον μου.
Η επιστροφή στην καθημερινότητα έμοιαζε σαν την άμαξα του παραμυθιού που ξανάγινε κολοκύθα αφού πέρασαν τα μάγια. Κοιτούσα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη και έμοιαζε σαν μια μαύρη τρύπα που ρουφούσε τη ζωή από πάνω του.

Έπρεπε να συνέλθω. Πήγα στο badeschiff που είχε open air εκεί που βρίσκονταν όλοι οι τουριστοκάνγκουροι της πόλης να βουτάνε σε μια κρύα πισίνα να βουτάνε με τα μαγιό τους. Μια φακλάνα μάλιστα ήρθε και με το μπραζίλιαν και βγαίνοντας της προεξείχε το ταμπόν. Η αποστολή μου ήταν να κάνω το σκουπιδιάρικο μαζεύοντας την πρώτη μεθυσμένη γκόμενα για να την στριμώξω.Βρήκα την πρώτη κοπέλα που με κοίταξε μόνη γύρω στα 20. Την πλησίασα.''έχεις ωραία μάτια'' της είπα το πρώτο που μου κατέβηκε στο κεφάλι ''θες να χορέψουμε?'' μου πρότεινε και άρχισα να χορεύω σα γλοιώδης καραγκιόζης μπας και μου κάτσει. Και μου κατσε, μετά από μια κουραστική κουβέντα αλλά αρκετά ενδιαφέρουσα αν ήσουν ένα αγράμματο 20 χρονο από την Πολωνία. Αργότερα καταλήξαμε σε μια ταράτσα ενός κτηρίου που έκαναν πάρτι μια παρέα της. Εκεί ξαπλώσαμε αγκαλιά κάτω από τα αστέρια. Την επόμενη έπρεπε να γυρίσει πίσω στην Πολωνία. Με πήρε στο τηλέφωνο και μιλούσαμε με τις μέρες. Μου έγραφε συνέχεια από το σπίτι της. Είχα αφήσει όλες μου τις δουλειές πίσω περιμένοντας σαν τρελός να ξανάρθει την άλλη εβδομάδα. Πίστευα ότι ήταν κάτι ξεχωριστό όπως όλοι οι μη ξεχωριστοί άνθρωποι που θα θέλαμε να ναι ξεχωριστοί για να μας δίνουν νόημα. Προς στιγμήν το ψυχολογικό μου ανοσοποιητηκό σύστημα πείστηκε ''για να μιλάμε τόσες ώρες, ξεχωριστή θα ήταν άρα''. Η μνήμη της αγγλιδούλας, αν και νωπή άρχισε να με πονάει λιγότερο. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μου δεν μπορούσε να φύγει με τίποτα και αυτό συνέχιζε να με κάνει κουρέλι με τον τρόπο του.
Με κοιτούσε στο κρεβάτι και μου έλεγε είσαι άσχημος, έχεις 2 τρίχες στο κεφάλι σου, και τα μάτια σου είναι νεκρά, άψυχα αλλά λατρεύω τη φωνή σου και τον τρόπο που μου μιλάς
''εσύ θα με κάνεις όμορφο'' της απάντησα
''εσύ θα πρέπει να γίνεις όμορφος μόνος σου''
 Μετά με πιάσανε τα σάλια και της έλεγα πράγματα που δε φανταζόμουν. Για πρώτη φορά είδα τον εαυτό μου να κάνει οικογένεια και από άντρας να γίνεται πατέρας και όλες αυτές τις μπούρδες που μπορεί να φανταστεί κάποιος που τα χει χαμένα.
''Θες να αρραβωνιαστούμε? να ζήσουμε μαζί?''
''Αμέ''
''Θα το κανονίσω αύριο, θα σε πάω σε ένα ωραίο εστιατόριο που με είχε πάει ο συγκάτοικος την πρώτη μέρα που ήρθα σ'αυτήν την πόλη, σε ένα ιταλικό φίνο, κοντά στο σπίτι που ζούσε ο Bowie. Μέχρι τότε θα έχω διαλέξει και δαχτυλίδι.
Γυρνώντας σπίτι τελείως μεθυσμένος,άρχισα να σπάω το δωμάτιο μου από ένα περίεργο τριπάκι ευφορίας. Ένιωθα ότι έπαιρνα την εκδίκησή μου από το σύμπαν, από την αγάπη που όλο την έψαχνα και ποτέ δεν την έβρισκα, από τον παλιό μου εαυτό. Το δωμάτιο μου ήταν ήδη ακατάστατο και φώναζα ότι αυτό δεν είναι ένα δωμάτιο ενός ανθρώπου που ελέγχει το χώρο γύρω του και έπρεπε να ξαναφτιαχτεί. Έσπασα τη βιβλιοθήκη το τραπέζι το φτηνό κρεβάτι, πέταξα τα μπιχλιμπίδια και την τρίχα από τα μαλλιά της αγγλιδούλας. Ήθελα μια αλλαγή.
Την επόμενη, μπήκα στο κοσμηματοπωλείο και διάλεξα ένα όμορφο και φτηνό δαχτυλίδι μιας που δεν μου είχε μείνει μια και άρχισα να ψάχνω για δουλειά να φύγω από το σπίτι του κολλητού μου, να βρω ένα δικό μου και να ζήσω μαζί της.
Στο εστιατόριο αφού ανταλλάξαμε κάποια γλυκόλογα της έβγαλα το δαχτυλίδι.
''δεν είμαι σίγουρη''
''γιατί?'
''γιατί δεν ξέρω''
''μη μου το κάνεις αυτό αφού το ξέρεις ότι μόνο εσένα θέλω''
Εκείνη την ώρα πήρε το μάτι μου να κάθεται απέναντί μου εκείνος ο τύπος από το ae που χαμογελούσε στην αγγλιδούλα μου. Μόλις τον πήρα χαμπάρι ότι είναι εκείνος, το χέρι μου άρχισε να τρέμει
''δε μου το χεις αποδείξει ακόμα. Τα μάτια σου είναι ακόμα άψυχα'' πρόλαβε να μου πει καθώς σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του
''Εσύ είσαι εκείνο το πουστράκι που χαμογελούσε στην κοπέλα μου πριν από λίγο καιρό στο ae?
''ε?''
πήρα το κεφάλι του και το έριξα στο τραπέζι με δύναμη. μετά του έκανα κεφαλοκλείδωμα και άρχισα να του ρίχνω μπουνίδια στο πρώσοπο. Με αρπαξε και πέσαμε κάτω μαζί. Μου έριξε μερικές αλλά τον βαρούσα με όλη τη δύναμη που είχα. Του ριξα και μια κουτουλιά στο μέτωπο κα λιποθύμισε. Το μάτι επιτέλους πήρε φωτιά και άρχισε να γυαλίζει. Η Πολωνίδα με κοίταξε και σάστισε τρομαγμένη. Με μαζέψαν οι υπόλοιποι θαμώνες και με πέταξαν έξω με τις κλωτσιές. Ο υπεύθυνος μου ριξε και αυτός μερικές και η μύτη μου άρχισε να ματώνει και το μάτι μου να πρήζεται. Η κοπέλα πριν εξαφανιστεί μου είπε ''για αυτό δεν ήμουν παλιοψυχάκια''
Γύρισα σπίτι και αφού είδα το μάτι μου μελανιασμένο και τη μπλούζα μου γεμάτη αίματα είδα έναν πραγματικά ταλαιπωρημένο άνθρωπο στον καθρέφτη. Κάθισα έξω στο μπαλκόνι και περίμενα τον κολλητό μου να γυρίσει από τις διακοπές. Με το που άκουσα τον ήχο με τις ρόδες της βαλίτσας του να πλησιάζουν το σπίτι ψιλοχάρηκα. Με το που μπήκε σπίτι αναρωτήθηκε πως έγινα έτσι
''όχι άλλο μόνοι'' του είπα
''΄έχουμε κακομεταχειρηστεί τους εαυτούς μας'' μου απάντησε
συμφώνησα.




 

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ο κωλόγερος & η θάλασσα

Κάθε μέρα έφευγε και ένα κομμάτι του στην θάλασσα που ονειρεύονταν. Η ώρα είχε πάει 10 μμ και οι γέροι στο γηροκομείο ροχάλιζαν του καλού καιρού σαν κομπρεσέρ. Ακόμα και η καταραμένη γρια με την άνοια, στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν, ωστόσο συνέχιζε να παραμιλάει στον ύπνο της ότι την κλέβανε. Ο κωλόγερος, φορώντας το κουστούμι του, με την καρτ ποστάλ της παραλίας στο στήθος του, ξαπλωμένος ανάσκελα, είχε αποφασίσει να εκτελέσει το σχέδιο της απόδρασης του που τόσο καιρό σχεδίαζε. Δυο χειρουργικά ανοίγματα στο στήθος, ένα στον προστάτη λόγω καρκίνου και μια παραφροσύνη, δεν ήταν αρκετές να τον κρατήσουν στο δωμάτιο του γηροκομείου. Αν αυτά που παραμιλούσε η γριά ήταν αλήθεια, θα ήταν πλούσιος το επόμενο πρωί και θα έχτιζε ένα αυθαίρετο κοντά στην παραλία της καρτ ποσταλ. Παιδιά-σκυλιά-εγγόνια-περιουσία δεν είχε, εκτός από μια πλούσια συλλογή από κάθε χρώματος χάπια. Ήταν ένα κουρασμένο κορμί που έκανε το λάθος να παρατείνει τη μίζερη ζωή του επειδή φοβόταν τον θάνατο.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε προς το συρτάρι της γριάς, έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού της, πήγε και τράβηξε από τον λαιμό της το κρεμαστό που είχε μαζί με έναν σταυρό και το κλειδάκι από ένα σεντούκι. Η γριά αμέσως άνοιξε τα μάτια και φώναξε ''βοήθεια ληστεία''. Πριν προλάβει να υψώσει τον τόνο της φωνή της έχωσε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με όση  δύναμη του είχε απομείνει την πίεζε. Μπορεί να έτρεμε και να αντιστεκόταν, αλλά το σώμα της παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Χάρη της έκανε, ήταν το δώρο του προς εκείνη και προς εκείνον γιατί τόσα χρόνια του τα είχε πρήξει και στο πρόσωπό της εκδικούνταν όλους τους μαλάκες του γηροκομείου.

Άνοιξε προσεκτικά το παράθυρο του δωματίου, έριξε το Π απαλά στο χορτάρι, ώστε να μην κάνει θόρυβο και ευχήθηκε να μην σπάσει κανένα κόκαλο καθώς πηδούσε από το μισό μέτρο. Κάτι ένιωσε να πονάει στη μέση και τους γλουτούς, αλλά σηκώθηκε και συνέχισε προς τον φράχτη. Είχε γερή κράση. Εκεί έβγαλε το ψαλίδι του κηπουρού που του το είχε κλέψει μια μέρα και έκοψε σιγά σιγά τα σιδερένια δίχτυα. Αφού τα έσπρωξε με το Π του, βγήκε κύριος στον δρόμο και κάλεσε ταξί.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της γριάς, γνωρίζοντας ότι δεν κατοικεί κανένας, μιας οι υπόλοιποι περιμένανε με αγωνία να πεθάνει για να κληρονομήσουν το σπίτι. Η γριά ήταν όλα αυτά τα χρόνια ένα φτωχό παράσιτο που έβλεπε όλη τη μέρα τηλεόραση και ζούσε εις βάρος των άλλων που εύχονταν να πεθάνει. Κανένας επισκέπτης της, δεν την πίστευε  και όλοι χαμογελούσαν ειρωνικά με τα παραμιλητά της ότι είχε λίρες κρυμμένες σε κάποιο σεντούκι. Κανένας πάντως δεν είχε μπει στο σπίτι που μύριζε ξηραμένα κόπρανα της γριάς πασαλειμμένα στους τοίχους, ύστερα από ένα παραλήρημα που είχε, λίγο πριν μπει μέσα, ότι εισέβαλλαν οι κλέφτες, γιατί το σπίτι ήταν άνω κάτω. Κανένας από το σόι της δεν πίστεψε την ίδια ιστορία που επαναλάμβανε στον κωλόγερο κάθε μέρα .Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ψάξει σωστά. Το σεντούκι ήταν κρυμμένο σε μια τρύπα πίσω από το εικονοστάσι. Το πήρε, το ξεκλείδωσε και το άνοιξε. Εκεί βρήκε 500 δολάρια που τις τα είχε στείλει ο άντρας της όταν ζούσε. Αυτός ήταν όλος και όλος ο θησαυρός της μακαρίτισσας. Το μόνο που μπορούσε να αγοράσει ήταν μια μικρή τετράχρονη γουρούνα για να πάει στην παραλία που δεν απείχε και πολύ. Εξάλλου μόλις είχε διαρρήξει το σπίτι της μάνας του κι έπρεπε να την κάνει. Έριξε έναν ύπνο αφού πήρε τα χάπια του και ξεκίνησε το επόμενο πρωί για την αντιπροσωπεία μηχανών.   


Αφού γέμισε το ντεπόζιτο με βενζίνη, έβαλε το κωλοΠ του στο πίσω μέρος της μηχανής και την καβάλησε. Άρχισε να τρέχει στα ανοιχτά του δρόμου, με τη σπίθα στην καρδιά του, μυρίζοντας ελευθερία και ανακαλύπτοντας κάθε δευτερόλεπτο τη διαδρομή. Θυμήθηκε ότι μια ζωή είχε κουραστεί να τρέχει χωρίς σκοπό.Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να παρκάρει τη μηχανή του και να σταματήσει τη διαρκή του ανυπαρξία μπροστά στο μαγικό τοπίο, το οποίο επιθυμούσε τόσο καιρό να το επισκεφτεί και να βρει τη γαλήνη του. Κάθε χιλιόμετρο που περνούσε, ένιωθε να γεμίζει ακόμα περισσότερο με την σκέψη ότι βρήκε επιτέλους ένα μέρος τόσο όμορφο και καθαρό και θα χανόταν σε αυτό με τις ώρες χαζεύοντας την παραλία και το δάσος που βρίσκονταν πίσω από αυτήν. Να εισπνεύσει τη μυρωδιά της θάλασσας και των άγριων φυτών που θα υπήρχαν μέσα στο δάσος ακούγοντας τους ήχους των πουλιών που ζούσαν λίγο πιο βαθιά μέσα του.

Σε λίγα λεπτά έφτανε σύμφωνα με τον χάρτη στην τελευταία στροφή. Με το που έφτασε, παράτησε τη μηχανή χωρίς να κοιτάξει πίσω του αν την κλείδωσε. Ο καιρός δεν του έκανε το χατίρι και άρχισε να περπατάει στη συννεφιά. Μπήκε μέσα στο δάσος. Με το που πάτησε τα πόδια του τον έπιασε μια θλίψη. Ήταν σκοτεινό, καμένο από εμπρησμό, άηχο και άοσμο. περπατούσε στα αποτεφρωμένα δέντρα και δεν άκουγε τίποτα, γιατί δεν υπήρχε καμιά ζωή μέσα τους. Το μόνο που τον ανατρίχιαζε ήταν ότι τα δέντρα ήταν όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.Έβλεπε μόνο στάχτες και έτσι, προχώρησε προς την παραλία, λέγοντας στον εαυτό του 'δεν πειράζει, δε γίνεται να τα έχουμε όλα έστω, ας είναι όμορφη η παραλία και ήρεμη να την απολαύσω ακουμπώντας τα πόδια μου στην αμμουδιά'. Ξαφνικά άρχισε να ακούει τα κύματα της θάλασσας, έτρεξε προς τον ήχο της σαν τρελός, σαν να ταν η τελευταία φορά που θα έτρεχε στη ζωή του.Έτρεχε θέλοντας να γλιτώσει από τον θάνατο και έφτασε στην παραλία που ήταν η ίδια της καρτ ποστάλ αλλά τραβηγμένη πριν χρόνια όταν ήταν ακόμα έρημη, καθαρή και της είχε απονεμηθεί το βραβείο της γαλάζιας σημαίας που είχε χάσει προ πολλού. Είδε μπροστά του μια παραλία όμορφη σε σχήμα, αλλά κατεστραμμένη  από κάθε είδος ανθρώπου και ζώου που είχε πατήσει πάνω της και γεμάτη σκουπίδια. Το γαλάζιο είχε γίνει ένα εμετικό καφέ. Τα κύματα τότε έσκαγαν τόσο δυνατά που ήταν αδιανόητο να κολυμπήσει κανείς σ' αυτήν. Σύντομα άρχισε να βρέχει και να φυσάει δυνατά. Η θάλασσα εκδικούνταν όλους αυτούς που κατέστρεψαν την παραλία της και έτσι όπως την κοίταξε κατάλαβε τα πάντα για εκείνη.Έβλεπε στα μάτια της το απόλυτο χάος. Ταίριαζε με το χάος στα μάτια του. 

Προς στιγμήν αποφάσισε να φύγει απογοητευμένος,όχι μόνο γιατί δεν ήταν αυτό που περίμενε, αλλά επειδή ήξερε ότι ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξει.Πήγε να καβαλήσει τη μηχανή του με σβησμένη κάθε σπίθα της εικόνας και μυρωδιάς στο μυαλό του. Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Ακόμα και αν ήταν κατεστραμμένη και βρώμικη, αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία και να κάνει μια τελευταία βουτιά.Έβγαλε τα ρούχα του, που τα σήκωσε αμέσως ο αέρας, και γυμνός βούτηξε στα πελώρια κύματα που τον παρέσυραν στα βαθιά. Εκεί στα βαθιά όλα έμοιαζαν καλύτερα. Έριξε ένα δάκρυ χαράς που ακόμα κι έτσι βρήκε την θάλασσά του και πέθαινε σε εκείνη. Εκεί χάθηκε για πάντα μέσα της και δεν βρέθηκε το σώμα του ποτέ. Τότε ένα ισχυρό κύμα, παρέσυρε όλα τα μπάζα και τα σκουπίδια προς τα μέσα και η παραλία καθάρισε. Το επόμενο πρωί η παραλία άρχισε να μοιάζει πάλι ίδια με εκείνη της καρτ ποστάλ.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

both sides now: το χάος και η λύτρωση





Τα χέρια του τρέμουν. Και αφού οι υποψήφιοι εργοδότες από την Ηershey, δεν κατάλαβαν το ψέμα που τους πουλούσε, λέει ο DON: “I’m sorry – I have to say this because I don’t know if I’ll ever see you again. I was an orphan. I grew up in Pennsylvania. In a whore house. So I read about Milton Hershey in school, in magazines, or some crap the girls left by the  toilet… and I read that some orphans had a different life there. I could picture it. Dreamt of it. Being wanted. Because the woman who was forced to raise me would look at me every day and she hoped I would disappear. The closest I got to feeling wanted was from a girl who made me go through her johns’ pockets while they screwed. If I collected more than a dollar, she’d buy me a Hershey bar. And I would eat it. Alone. In my room. With great ceremony. Feeling like a normal kid. And it said “sweet” on the back. It was the only sweet thing in my life.”... ενώ καταρρέει με την κάθε λέξη και ταυτόχρονα οι συνεργάτες του συνειδητοποιούν ότι είναι ανεπιθύμητος. Και τότε αποφασίζει να ναι δίπλα στην κόρη του, που την έχασε επειδή ένιωθε πάντα μόνος και ήθελε να πηδάει όποια σάπια γκόμενα του κάτσει. Όποια βρεθεί στο δρόμο του να δωθεί ολοκληρωτικά. Γιατί δεν ήθελε να ναι μόνος. 
...Κι αφού έχασε και τη γυναίκα του και τη δουλειά του, πήρε βόλτα τα παιδιά του, τους έδειξε το παλιό κτίριο που στεγάζονταν το πορνείο, και λέει στην κόρη του ''this is where i grew up'' .Κι εκείνη τον κοιτάζει με νόημα σαν να τον συγχωρεί...
..μουσική.
Και μετά έρχεται η λύτρωση του Don (και όλης της παρέας). Όλη την ώρα εξομολογούνταν ψάχνοντας για συγχώρεση. Γιατί η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι να πιστεύεις ότι ο θεός δε μπορεί να σε συγχωρήσει. Γιατί ενδίδεις συνέχεια στην ίδια αμαρτία. Και ξανά και ξανά και ξανά, να δίνεσαι στον πρώτο άνθρωπο που συναντάς απελπισμένος. Διότι η συνεχής επανάληψη της αμαρτίας σε κάνει να πιστεύεις ότι δε θα αλλάξεις ποτέ και πάντα θα καταλήγεις μόνος και δεν αξίζεις συγχώρεση, και για αυτό δε μπορείς να συγχωρέσεις τον εαυτό σου. Και έτσι πέφτεις στα μάτια σου και μετά στα μάτια των δικών σου. Και θα έδινε τα πάντα για την κόρη του, για να την έχει πίσω, ακόμα και τη δουλειά του και τη γυναίκα του και τη ζωή του. Να την έχει κοντά του, καθώς τον βλέπει ενώ πίνει.

 Μad men σ' ευχαριστώ που ξεπέρασες στην καρδιά μου το επεισόδιο Ηouse md s05e24 '' both sides now'' γιατί μέσα από το χάος ενός επεισοδίου, μας έφερες τη λύτρωση. Σε όλους τους χαρακτήρες. Ο Πητάκος λυτρώθηκε από τη μάνα του, ο Στερλινγκ συνάντησε το παιδί του, η εταιρία λυτρώθηκε από τις μαλακίες του Don, η γυναίκα του λυτρώθηκε από τα συνεχόμενα κέρατα και τις μαυρίλες του, και η κόρη του είδε επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο.''Αγάπη μου συγχώρα με, ζούμε όλοι στο ίδιο μπουρδέλο που εγώ δημιούργησα και ψάχνουμε τους σωστούς ανθρώπους να μας αγαπήσουν''.Και μαζί τους λυτρώθηκαν και οι τηλεθεατές .Γιατί αυτοί το ξέρουν ήδη και δε χρειάζεται η σειρά διαφήμιση.



But now
So many things I would have done, but clouds got in my way

I've looked at clouds from both sides now
From up and down and still somehow
It's cloud's illusions I recall
I really don't know clouds at all Moons and Junes and Ferris wheels the dizzy dancing way you feel
As every fairy tale comes real, I've looked at love that way
But now it's just another show, you leave 'em laughin' when you go
And if you care don't let them know, don't give yourself away
But something's lost but something's gained in living every day



they only block the sun they rain and snow on everyone

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ένα μικρό ακυβέρνητο καράβι

Είχαν περάσει 2 μήνες που το 'Sea Monster' ήταν ακυβέρνητο. Το πλήρωμα είχε εγκαταλείψει το πλοίο και ο κυβερνήτης βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα. Είχε χάσει την πυξίδα του, είχε χαλάσει το πηδάλιο, αλλά ήταν ο καιρός καλός και είχε ρίξει την άγκυρα στο μεσοπέλαγος. Τα τρόφιμα επαρκούσαν για καναδυό μήνες ακόμα.

Ο καπετάνιος ζούσε παρέα με ένα φάντασμα. Το ίδιο φάντασμα του έκανε παρέα και πριν γνωριστεί με την αληθινή, απλά τύγχανε να έχει τη μορφή της. Έπλαθαν μαζί ιστοριούλες ότι θα είναι οι 2 τους, αυτός και η αληθινή, κάπου μαζί αγκαλιά και θα κοιτιούνται. Εκείνη θα είχε λίγο κλειστά τα ματάκια της, κάνοντας πως κοιμάται, αλλά θα τον κρυφοκοιτάζει καθώς θα του δίνει αυτό που ο κόσμος λέει αγάπη λέγοντας του με το χαμόγελό της 'είμαι δικιά σου, μην ανησυχείς για μένα και τις μαλακίες που σου κάνω, είμαι δικιά σου'. Και τότε, θα έβγαζε ένα ηλίθιο χαχανητό ευτυχίας πριν λιποθυμήσει από την κούραση, λίγο πριν εκείνη χανόταν για πάντα, παίρνοντας στις βαλίτσες της και την καρδιά του.Και είχε ανοιχτό το CB και μιλούσε στο φάντασμα μα δεν τον άκουγε κανένας. Μιλούσε με τον εαυτό του και το γνώριζε.

Ξαφνικά ξέσπασε καταιγίδα. Τα κύματα φούσκωσαν, το καράβι άρχισε να πάλλεται και να πηγαίνει δεξιά αριστερά. Ο καπετάνιος δεν το πήρε χαμπάρι μέχρι που άρχισε να ανακατεύεται και πήγε στην τουαλέτα. Κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη. Ήταν ένα κουρέλι, διαλυμένο, άσχημο. Αντικατόπτριζε όλη την ασχήμια της γης. Σχεδόν δεν τον ένοιαζε να πεθάνει να την πάρει μαζί του. Εκεί κατάλαβε ότι το πρόσωπο του δεν είναι μόνο δημιούργημά του αλλά και δημιούργημα των ανθρώπων που μπήκαν ή βγήκαν ή δεν υπήρξαν ποτέ. Όλων αυτών που ένιωσε. Ήταν κενό, απροσδιόριστο. Δεν είχε υπόσταση. Βάρος. Βάθος. Ψόφιο. Ένα μπαλάκι του τένις που χτυπιόταν από φάντασμα σε φάντασμα.

 Μια φωνή, μια καινούργια φωνή που δεν είχε ξανακούσει από το σιμπι, από το πουθενά, από το γοητευτικό άγνωστο αρχίζει και του φωνάζει
- Ξύπνα ρε μαλάκα γαμώ την αρρώστια σου, άνοιξε τα μάτια σου!
- Έχεις ωραία φωνή
- σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο αυτό που λες. 
- Ποια είσαι?
- Είμαι το κήρυγμα της αγάπης. Είμαι η ψυχή. Είμαι φωτιά που θα σε κάψω. Οι λέξεις μου είναι  γροθιές του Ροκυ Μπαλμπόα που σκάνε με φόρα στο στομάχι σου και ξερνάς ότι σου χει απομείνει. Η χροιά της φωνής μου είναι μια ψωλή που σου βιάζει το μυαλό. Είμαι ένας ταλιμπαν ζωσμένη με εκρηκτικά που θα σου ανατινάξει την καρδιά. Είμαι όλα όσα θα νιώσεις πραγματικά.
- Ωραία τα λόγια σου αλλά δε μου λένε κάτι ακόμα. Τι θες από μένα όμως?
- Να παίξουμε μποξ, και άμα βγεις ζωντανός θα σου αξίζει η ζωή διότι ακόμα είσαι νεκρός. Θα φας το ξύλο της ζωής σου.
- Και από που με βρήκες?
- Σε άκουγα τόσο καιρό να μιλάς στο CB ρε μαλάκα, σε ένα φάντασμα και ερωτεύτηκα τη φωνή σου ηλίθιε. Και είδα κάτι αληθινό σε σένα. 
- Είμαι μόνο αλήθεια. Πως σε λένε?
- Δεν έχει σημασία, μπορεί να μαι ένας ανώμαλος πενηντάρης τραβεστί, μπορεί να είμαι η Κέιτ Μος, μπορεί απλά να είμαι ένα 20χρονο μωρό με ωραία μάτια, καθαρό πρόσωπο, στητά βυζιά, μακρυές ποδάρες, κωλάρα, με δέρμα που λάμπει. Ζω και είμαι εδώ, υπάρχω. Εσύ δε ζεις, είσαι μόνος σου, κλεισμένος στο κουτί σου, στα σκατά σου, σε ένα σαπιοκάραβο που θα το παρασύρει η καταιγίδα και θα πέσει στα βράχια. Ακούω μια όμορφη φωνή να μου μιλάει τα βράδια και την θέλω, λιώνω.
- Άσε με εμένα, περνάω καλά με τον εαυτό μου και θα επιβιώσω όπως το έκανα πάντα.
- Δε θα επιβιώσεις, δε θα επιβιώσεις, θα πεθάνεις μαλάκα, αλλά δεν κάνεις τίποτα. όλη τη μέρα μιλάς σε ένα φάντασμα που σε άφησε. Και ο χρόνος περνάει.
-Έχω όλο το χρόνο δικό μου, μην ανησυχείς μωρό. Έχω άπειρο χρόνο. Ζω μια αιωνιότητα χωρίς να κάνω και πολλά σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Αλλά είναι δικό μου και πάω όπου γουστάρω με αυτό. Το έφτιαξα με ειλικρίνια και πολύ κόπο. Απλά τώρα όμως θέλω να αράξω.
- Όχι ρε μαλάκα, δεν έχεις άλλο χρόνο! τώρα! τι κάνεις τώρα? ! τι έχεις κάνει έως τώρα? !!! Τελείωσε ο χρόνος σου. ξόδεψες τον άπειρο χρόνο σου κάνοντας απολύτως τίποτα και είσαι χαμένος στο πουθενά.
-Σκέφτομαι το φάντασμα. Ας περάσει όσος χρόνος θέλει, θα γιατρευτώ μόνος μου.
- Δε θα σε γιατρέψει ο χρόνος εγώ θα σε γιατρέψω
- Δε μου λες, είσαι ψυχοπαθής?
- Είμαι ο ψυχίατρος σου. δεν πήρες τίποτα αληθινό και θα σου το δώσω τώρα, αλλά δε θέλω μόνο να δίνω, θέλω και να παίρνω. Θέλω ομορφιά. Έχω ανάγκη από ομορφιά. Είσαι όμορφος άνθρωπος?
- Δεν ξέρω αν είμαι, δε θα το κρίνω εγώ.
-Αν δε ξες αν είσαι δε μου κάνεις. Δε μιλάω σε άσχημους ανθρώπους.
-έχω την ομορφιά μέσα μου γιατί είμαι ειλικρινής.
- δε βλέπω φλόγα όμως
- τη φλόγα  μου την έβγαλε εκείνη. Πρώτη φορά μαζί της ένιωσα άντρας
-  Άντρας είναι εκείνος που μπορεί να ζει μόνος του. Nα στέκεται μόνος του. να μπορεί να αναλαμβάνει ευθύνες μόνος του και να τις εκτελεί.  δεν είναι ότι έκανες σεξ πρώτη φορά με εκείνη που ήθελες και πέρασες όσο καλά μπόρεσες, ήταν που ακολούθησες πάντα τα μη ασφαλή μονοπάτια όταν σε οδηγεί σε αυτά καρδιά σου, να μη φοβάσαι τον πόνο και να χαμογελάς στο θάνατο όταν σε κοιτάζει στα μάτια.. Εσύ είχες το κουράγιο όπως σε άκουγα να φύγεις από τη στεριά που σου πρόσφεραν οι δικοί σου και να σαλπάρεις μόνος σου στις θάλασσες. Και πάντα διάλεγες αυτές. Αλλά τώρα πνίγεσαι.
-εγώ τα χω πει αυτά αλλά τώρα νιώθω ότι δεν έχω υπόσταση. είμαι μόνο μια φωνή και τίποτ' άλλο. Η υπόσταση καθορίζεται από την ερώτηση ''τι έκανες σήμερα δικιέ μου με την μέρα σου?'' Εγώ δεν είχα τι να απαντήσω. Ξυπνούσα, άραζα, άρχισα να πίνω όλη την ημέρα και να πονάω μέχρι που κουρασμένος το βράδυ θα έπεφτα για ύπνο. Δεν ξέρω πια ακριβώς τί σκατά κάνω σ'αυτό το καράβι, πού θέλω να πάω, αν είμαι καλός, αν αξίζω να βρίσκομαι σε ένα καράβι, αν μου αξίζει να βρίσκομαι σ'ένα καράβι και τι θέλω να κάνω με αυτό. Και ίσως θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο. Αλλά μου αρέσει να πώ  την αλήθεια, να κάθομαι σ' ένα καράβι και να μην κάνω απολύτως τίποτα. Και αυτό μέρα με την μέρα άρχισε να πονάει όλο και περισσότερο. Και όταν έφτασα στο χειρότερο σημείο μου, άρχισα να αγκαλιάζω τον εαυτό μου καταρχήν επειδή δεν είχα κάποιον άλλον και κατά δεύτερον από φόβο επειδή δεν ήθελα να πεθάνω. Φοβόμουν κάθε βράδυ ότι θα πεθάνω.. Και για να αγκαλιάσεις κάποιον πρώτα, θα έπρεπε ήδη να τον έχεις συγχωρέσει.  Και αγκάλιασα όλες εκείνες τις φωνές μου τις απεγνωσμένες, και άρχισα να τις συμπαθώ αντί να τις βρίζω. Και όταν ήρθε η ώρα που πραγματικά τις αγάπησα, συνειδητοποίησα ότι μέσα στο απόλυτο χάος μου είμαι και ευφερετικός. Δε φοβάμαι αυτό που είμαι, δε φοβάμαι αυτό που πονάω. Τότε κοίταξα τον μεγαλύτερο φόβο μου στα μάτια, λέγοντας τις λέξεις 'δε σου κρατάω πια καμιά κακία'. Και την επόμενη μέρα άκουσα τη φωνή σου. Και άρχισα σιγά σιγά να γιατρεύομαι.  
-φαντάζομαι το πρόσωπό σου, ένας άρρωστος τυπάκος ,με δυο τριχούλες στο μαλλί και γερασμένο πρόσωπο, μέτωπο με ρυτίδες και άψυχο κενό βλέμμα. χαλασμένος σπασμένος γερασμένος κουρασμένος. Κλεισμένος τόσα χρόνια στην μοναξιά του να ερωτεύεται άψυχα αντικείμενα.
- Και μιλάς και ασχολείσαι με έναν άρρωστο τυπάκο? ανώμαλη είσαι? είμαι ότι, αλλά έχω αποδεχτεί τον εαυτό μου. Τον έχω κάνει μια μεγάλη αγκαλιά, τα λάθη μου, τα στραβά μου και άλλα χίλια καλά και το μόνο που ψάχνω είναι μια φωνή καθαρή και αληθινή να ζήσω τη στιγμή μαζί της, την κάθε στιγμή, να είμαι ο εαυτός μου, να είμαι ψυχή και σώμα, ένα σώμα περίεργο που θα θέλει να μάθει τον έξω κόσμο. Να βρει λιμάνια όμορφα. Να αγκαλιάσει το κάθε δευτερόλεπτο με κάτι όμορφο και ενδιαφέρον. Και να μένω για εκείνη τη φωνή ξύπνιος. Να μην είμαι μόνος, να με αγκαλιάσει σφιχτά. Να αντισταθώ στο απρόθυμο και κουρασμένο μου κορμί και να πάω να φτιάξω τις βλάβες στο πηδάλιο. ξέρεις από βλάβες?\
-ξέρω από βλάβες. αλλά δε θα σε βοηθήσω πουθενά. Μόνος σου θα τις φτιάξεις και θα βγάλεις το καράβι σου έξω από την καταιγίδα και τα σκατά. Δεν θα πέσεις στα βράχια. Θα σου κρατάω παρέα να μη πέσεις στα βράχια.
-αυτό θέλω μόνο. τις βλάβες θα τις φτιάξω εγώ και θα συναντηθούμε.
-άμα τις φτιάξεις.
-και τι θα γίνει μετά?
-θα σε σκέφτομαι όμορφα. Θα σε βλέπω, θα σε ακουμπάω, θα σε μυρίζω θα σε αισθάνομαι.
Θα σε φιλήσω
Στα χείλια
Στο λαιμό
θα σε κοιτάξω στα μάτια
θα αγγίξω το δέρμα σου
θα ακουμπήσει το δικό μου στο δικό σου
θα ακούσω τους χτύπους της καρδίας σου
θα βάλω τα δάχτυλα μου μέσα σου
θα είσαι από πάνω μου μέσα μου να με κοιτάς στα μάτια μου να περνάω το χέρι μου στο λαιμό σου και στο σβέρκο σ να νιώθεις την ζέστη μου
και θα με γυρνάς μπρούμυτα
θα μπαίνεις μέσα μου να κόλλας πάνω μου
το άρωμα σου στη καυτή μου η ανάσα σου
να την νιώθω στο λαιμό μου
θα νιώθω το στηθος να ακουμπάει τ κορμί μου
εσένα πάνω μου
θα σε νιώθω να τελειώνεις μέσα μου
θα κάνουμε έρωτα στην αμμουδιά
θα μας χτυπάει ο ήλιος και θα λιώνουνε
θα βουτάμε στην θάλασσα κ θα συνεχίζουμε
και θα αράζουμε στην σκιά
αγκαλιά να ονειρευόμαστε
μαζί  να μας δροσίζει τ αεράκι
και να χάνομαι στα μάτια σου
να ταξιδεύω
να σε αγναντεύω να σε ζω να σ νιώθω να σε ερωτεύομαι
να σε θέλω
να λιώνω
να καίγομαι
μαζί σου με εσένα
σε εσένα
-Τώρα αρχίζω να νιώθω. Όλα αυτά που δεν ένιωσα. Αυτό το καράβι ξεκινάει τώρα να ξαναφτιάχνεται από την αρχή. Και θα γίνει ωραίο, όμορφο. Και θα έχει την βασίλισσά του. Γιατί αν δε το κάνει με περιμένουν τα σκυλόψαρα τα βράχια και τα φαντάσματα που θα γίνω.

Ας φτιάξουμε τα καράβια μας να ταξιδεύουν ξανά, παρέα με ζωντανούς ανθρώπους μέσα τους να μας δίνουν ζωή να βουλιάξουμε μέσα τους. 

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Beth


Ένα παλιό καλοκαίρι βρέθηκες να τρέχεις με 150 χιλιόμετρα σε έναν μαύρο δρόμο, με χαμηλά φώτα, που δεν ήξερες τι θα συμβεί μπροστά σου, χωρίς να ξες που είναι η στροφή και το πρώτο αντικείμενο που έβρισκες θα σήμαινε αυτόματα το θάνατο σου. Τα σύννεφα ήταν γκρίζα και ο ουρανός θεοσκότεινος. Ο φίλος σου είχε κοιμηθεί έχοντας αφήσει το player ανοιχτό, με τη φωνή της να ξερνάει την ψυχή της και να απορροφάει εσένα. Παρόλη τη σκοτεινιά που σε κατακλύζει, συνεχίζεις να τρέχεις. Η καρδιά σου αρχίζει και σπάει καλπάζοντας στο απόλυτο σκοτάδι.  Όταν δε βγαίνεις ζωντανός από τη ζούγκλα, πας κατευθείαν και γράφεις, ότι καλύτερο έγραψες στη ζωή σου. 4 χρόνια αργότερα, αποδείχτηκε ότι αυτό που έγραψες δεν ήταν και τόσο σημαντικό, στα μάτια αυτών που θεωρούσες σημαντικούς. παρόλα αυτά για κάποιο λόγο συνεχίζεις και τρέχεις με 150 πέφτοντας με φόρα στην πρώτη καρδιά που θα συναντήσεις. Γιατί ένα βράδυ, η κοινή εμπειρία που ζήσανε 2 άνθρωποι είχε διαφορετική αξία στον καθένα, τεράστια για τον έναν, και σχεδόν ανύπαρκτη για τον άλλον, τότε είναι που πέφτεις στο τοίχωμα της άλλης λωρίδας και συνθλίβεσαι.

Την βλέπεις στην σκηνή να σου τραγουδάει ζωντανή και θυμάσαι όλες τις αναμνήσεις που άξιζαν. Η διπλανή που κάθεται δίπλα σου, χασμουριέται και σε κοιτάει με ειρωνεία την ώρα που βλέπεις να εμφανίζεται η μαγεία. Αρχίζεις και νιώθεις. Όλα αυτά που αγάπησες να ζωντανεύουν και όλα αυτά που σε πλήγωσαν να σε τρυπάνε. Και τότε πέφτεις και κλαις. 'αντε γαμήσου μωρή πουτάνα που μ' έκανες κοτζάμ μαντράχαλο να κλάψω σαν μωρό παιδί'. Κι αυτό που έγραψες τότε, τώρα αρχίζει και αποκτάει μια ακόμα διάσταση.




Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

I thought i had you for a moment



Πάντα σου χαλάει η διάθεση όταν μπαίνεις σε νοσοκομείο
Ειδικά όταν είσαι εσύ ο ασθενής
Η τηλεόραση είναι απέναντι σου καθώς είσαι γεμάτος με ορούς και μηχανήματα που κάνουν μόνιτορ την κατάστασή σου καθώς φθίνει
Βλέπεις στην τηλεόραση αυτό που πάντα ήθελες να πάρεις μαζί σου φεύγοντας
μια τελευταία εικόνα
Ήσουν για ψάρεμα σε μια παραλία και δεν είχες καλή πετονιά, ούτε καλό δόλωμα, ούτε ήσουν καλός ψαράς
η τύχη σου χαμογέλασε και τσίμπησες ένα διαμαντένιο ψαράκι που το τράβηξες μέχρι έξω
το είδες να σπαρταράει στα χέρια σου λίγο πριν σου ξεγλιστρήσει και πέσει πάλι στη θάλασσα
και χάρηκες
που έμαθες για πρώτη φορά πως είναι να σπαρταράει κανείς στα χέρια σου πριν εξαφανιστεί.






ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ

ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ

έχω σταματήσει πια
να γυρεύω σαν πρεζόνι
τις τυχαίες δόσεις καλοσύνης σου

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η αφίσα


''Ήταν κάποιος που έκανε συμφωνία με τον διάβολο να ζήσει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές πάνω στη γη, σε αντάλλαγμα τις αναμνήσεις του. Ξύπνησε ένα πρωί χωρίς να θυμάται τίποτε και συνέχισε την πεζή ζωή του. Στα όνειρά του βλέπει φευγαλέα την πιο όμορφη κοπέλα που συνάντησε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Μόλις πήγε να την αγγίξει αυτή εξαφανίστηκε και αυτός ξυπνάει''


Άνοιξε τα μάτια του με έναν τεράστιο πονοκέφαλο. Πάντα όταν έπινε τεράστιες ποσότητες τζιν είχε κενά μνήμης. Το μόνο που θυμόταν ήταν, μερικές μέρες πριν, οι προκριματικοί του τοπικού πρωταθλήματος στο άλμα εις ύψος που είχε αρχίσει να πίνει από νωρίς και έπαιξε λιώμα. Ακόμα του έρχονταν στα αυτιά του, τα γέλια των φιλάθλων και των συναθλητών του καθώς ερχόταν με φόρα και έσκαγε σαν καρπούζι στο στρώμα μέτρα κάτω από τον πήχη. Αλλά όλα αυτά που έλαβαν χώρα την προηγούμενη νύχτα όλα είχαν σβηστεί.

Το μόνο που είχε μείνει στο μαξιλάρι του ήταν μια φωτογραφία. Δεν είχε ιδέα πως βρέθηκε στο κρεβάτι του. Δεν ήξερε το όνομά της, δεν ήξερε ποια ήταν, παρόλα αυτά το πρόσωπό της είχε κάτι οικείο, κάτι ζεστό, κάτι όμορφο κάτι μοναδικό για εκείνον. Σαν να είχε κατακτήσει κάτι σπουδαίο αλλά χωρίς να θυμάται πως και γιατί. Δεν δίστασε να την ερωτευτεί. Την έκανε και μια ωραία εκτύπωση και την έκανε αφίσα στο δωμάτιο του, πάνω από το κρεβάτι του. Στην κατάσταση που βρισκόταν τον τελευταίο καιρό η αφίσα ήταν κάτι παραπάνω από αφίσα. Ήταν λόγος για να ζει.

Το πρωί το περνούσε στην κωλοδουλειά και άφηνε τις μηχανικές κινήσεις των χεριών του στον αυτόματο, σπάζοντας το κεφάλι του να θυμηθεί κάτι, οτιδήποτε που θα την έφερνε ξανά στο κεφάλι του. Το απόγευμα πήγε στην προπόνηση, με την ελπίδα να ρωτήσει κάτι κάποιον, μήπως  πήρε το μάτι του να φεύγει με καμιά κοπέλα αλλά έπεσε στον προπονητή του και στον πρόεδρο της ομάδας έξω φρενών έτοιμο να τον διώξουν για δυσφήμιση του συλλόγου του, ενώ θα έπρεπε να παρασταθεί και ενώπιον του αθλητικού δικαστή για δυσφήμιση του αθλήματος. Αλλά ήταν τυχερός γιατί τέτοιες εποχές κανένας δεν νοιαζόταν για το άθλημα που αγωνίζονταν οπότε έπεσε στα μαλακά. Μόνο το youtube λίγο τον πείραζε που ανέβασαν τα κατορθώματα του και ο κόσμος έσπαγε πλάκα με τον μεθυσμένο κλόουν που παρίστανε τον αθλητή. Είχε ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο αγαπούσε αυτό το άθλημα. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει αλλά κάτι τον εμπόδιζε μέσα του. Το βράδυ, κουρασμένος άνοιξε ένα κρασί για να τον πάρει ο ύπνος γιατί διαφορετικά δεν κοιμόταν. Πήγε στην αφίσα και της μιλούσε '' ας αφήσουμε την ψευδαίσθηση να μας παρασύρει από αυτήν την άσχημη πραγματικότητα και να δώσουμε στη θέση της λίγο μαγεία''.

Οι μέρες περνούσαν και η αφίσα είχε γίνει εικόνισμα. Πάντα πήγαινε μπροστά της και της εξομολογούνταν τα πάντα. ''Είσαι το μόνο άτομο που λέω την αλήθεια για μένα.  Δεν ξέρω αν υπάρχεις, δε με νοιάζει αν είσαι μόνο ένα φάντασμα στο κεφάλι μου, μια υποσυνείδητη ανάγκη, γιατί δεν έχω άλλους ανθρώπους κοντά μου. Και τι δε θα έδινα να σε κρατώ στα χέρια μου, να σε φιλώ, να σου κάνω έρωτα, να μπαίνω μέσα σου καθώς τεράστιοι οργασμοί διαπερνάν τα στήθη μου, ότι καλύτερο έχω νιώσει στη ζωή μου ελπίζοντας ότι θα είμαι άξιος για να πέσω μέσα στην μαύρη τρύπα σου καθώς θα χάνομαι ταυτόχρονα στα πραγματικά σου μάτια, μια βουτιά στο κενό,  στο απόλυτο σκοτάδι,που ή θα πεθάνω ή θα κερδίσω την Αθανασία''. έλεγε από μέσα του κρατώντας σφιχτά και φιλώντας τα μαξιλάρια.

Όταν ηρέμησε, πήγε ιδρωμένος να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το αθλητικό του κορμί γινόταν όλο και πιο πλαδαρό, τα ιδρωμένα του μαλλιά ολοένα και αραίωναν, οι τρίχες του άρχιζαν να ασπρίζουν, το πρόσωπό του γερνούσε και όσο πιο πολύ γερνούσε, συνειδητοποίησε ότι δεν έχει σημειώσει καμιά επιτυχία στη ζωή του, δεν κέρδισε καμία διάκριση, δεν έζησε κανένα μεγάλο έρωτα, καμία γυναίκα δεν του είπε 'σ' αγαπώ', δεν έκανε κανένα μεγάλο ταξίδι, όσες ευκαιρίες του δόθηκαν τις έχασε, είχε μείνει φρακαρισμένος, μόνος σε μια μικρή πόλη να φιλάει μια φωτογραφία. Την αποκαθήλωσε και μετά την έσκισε. Έβαλε τα κομμάτια της σ'ένα κουβά και τον άναψε φωτιά. Το βράδυ αποφάσισε να μην πιει και έχασε τον ύπνο του.

Ξαναγύρισε στις προπονήσεις καθαρός και αποφασισμένος. Το σώμα του τον πρόδιδε πάντα, αλλά δεν τα έβαλε κάτω. Κάθε μέρα εργαζόταν όλο και πιο σκληρά και το κανε για την πάρτη του και για κανέναν άλλον. Τη μέρα των αγώνων έπαιξε για όλα τα χαμένα του χρόνια. Πάτησε γερά και απογειώθηκε. Ένιωθε την πλάτη του να βλέπει τον πήχη από ψηλά. Εκεί ακριβώς θυμήθηκε τα πάντα. Τη στιγμή που την γνώρισε, το όνομά της, που μένει. Τη στιγμή που ξάπλωσαν μαζί. Προσγειώθηκε στο στρώμα του στίβου και την ένιωσε να ξαπλώνει κι αυτή.



Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

παίξε σωστά και χάσε

Κάπου στις 3 τα χαράματα, με το τσιγάρο στο χέρι, μέσα από το αμάξι του, χαιρετούσε με τα κατακόκκινα πρησμένα αγγεία στην καράφλα του 2 παιδιά που τον αναγνώριζαν και τον κοιτούσαν απορημένα, με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Αφού ήπιε και την τελευταία γουλιά από το φτηνό μπουκάλι ουίσκι, φόρεσε τη ζώνη ασφαλείας του, κλείδωσε τη μια άκρη της χειροπέδας στον καρπό του και την άλλη στο τιμόνι, άναψε τη μηχανή και έβαλε μπρος. Το αμάξι του άρχισε να κινείται κατά μήκος της προβλήτας του λιμανιού και έπεσε μέσα στη θάλασσα.Ένα μεγάλο πλαφ ακούστηκε νωρίς τα χαράματα. Το νερό άρχισε να μπαίνει ορμητικά στο σαλόνι του αμαξιού και μόλις η θάλασσα το κατάπιε όλο, εκλύθηκε μια μεγάλη μπουρμπουλήθρα. Δεν είχε καμιά διάθεση να θυμηθεί τίποτα απ' όλα όσα συνέβησαν ούτε ήθελε να ξαναδεί το φιλμ της ζωής του να ξετυλίγεται μπροστά του, καθώς το νερό είχε φτάσει μέχρι τη μέση του. Το μόνο που ψέλλισε ήταν '' Εγώ, ο Θόδωρας Βαρβατίδης θα φύγω από τη ζωή φαντάρος, και δεν θέλω να ξαναυπάρξω ποτέ''. Η στάθμη του νερού άρχισε να ξεπερνάει τη μύτη του, ενώ κατέπνιγε κάθε αντίσταση που προέβαλλε το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Ξαφνικά, του ήρθε μια τελευταία παρόρμηση για να ζήσει, ακόμα και αν πλήρωνε το τίμημα, επειδή ήθελε μόνο να θυμάται για πάντα εκείνη τη νύχτα στην παραλία, κάτω απ' τ 'αστέρια. Όσο το αμάξι βούλιαζε προς τον πυθμένα της θάλασσας, ξεκίνησαν οι πρώτοι σπασμοί και το σώμα του άρχισε να σπαρταράει μέσα στην απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Οι ακούσιες κινήσεις του άρχισαν να μειώνονται καθώς το οξυγόνο στα πνευμόνια του λιγόστευε. Το θαλασσινό νερό άρχισε να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια του και εκεί άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του μέχρι να γίνει όλος μπλε. Μια τελευταία φυσαλίδα βγήκε από το στόμα του.

''Να παραδοθείς, Θόδωρε, να μην αφήσεις τα παιδιά σου χωρίς πατέρα'' , του είπε ο φίλος του στο τηλέφωνο.
'' Δεν ξέρω τι θα κάνω ακόμα Βαγγέλη''  του απάντησε καθαρίζοντας τις μύξες από τα δάκρυά του.
''Να ηρεμήσεις, να τα βάλεις όλα κάτω και να σκεφτείς, ότι έγινε έγινε. Σε λίγα χρόνια θα σαι έξω, το δικαστήριο θα δείξει επιείκεια ''
''Εντάξει, σ' ευχαριστώ πολύ για όλα''
Πριν κλείσει το τηλέφωνο, το είχε ήδη αποφασίσει. Δεν θυμόταν λέξη από αυτά που του πε, δεν καταλάβαινε καν γιατί τον είχε πάρει τηλέφωνο. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε μια κόλλα χαρτί και έγραφε '' Στα δυο μου παιδιά, Μιχαλάκη και Μαρία, Δεν ζητώ να με συγχωρέσετε, έπαιξα και έχασα. Σας ευχαριστώ πολύ για όλες τις στιγμές που μου χαρίσατε, σας αγαπώ πολύ, είστε τακτοποιημένοι''. Αφού σκούπισε τα δάκρυά του, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του και καθώς έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια μεγάλη ανάσα. Έβαλε τα κλειδιά του στην τσέπη και έτρεξε προς τ' αμάξι του. Στον δρόμο έτρεχε σαν μανιακός. Είχε μπει στην λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας και έτρεχε πάνω από 180 κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα του στα μπροστινά αμάξια που πήγαιναν αργά. Ένας οδηγός προσβεβλημένος από τα κορναρίσματα και τα αλλεπάλληλα σήματα να πάει δεξιότερα και να τον αφήσει να περάσει, μουλάρωσε και ελάττωσε ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή ο Θόδωρος βρίζοντας πάτησε τέρμα το γκάζι και άρχισε να τον εμβολίζει από πίσω. Ο οδηγός από την τρομάρα του έφυγε στη δεξιά λωρίδα γρήγορα χωρίς καν να κονράρει. Έφτασε στο λιμανάκι ράκος και αποφάσισε να περάσει τις τελευταίες του στιγμές στην ησυχία. Ήταν ανακουφισμένος που δεν θα υπήρχε αύριο για να ξυπνήσει.

Μόλις άρχισε να εξέρχεται από την πύλη της τρέλας αποπροσανατολισμένος, σαν ένα πολύ άσχημο εφιάλτη που συνεχίζει να ζει και βλέπει τα ερείπια που άφησε γύρω του. Αναρωτήθηκε αν είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι το τρίτο μαχαίρι της κουζίνας το χαλασμένο. και αν έχει αυτό στο χέρι του τότε τα άλλα 2 πού είναι? Με το που σηκώνεται γλίστρησε στην λίμνη του αίματος και έπεσε στο πάτωμα. Η άρνησή του να πιστέψει την ζοφερή πραγματικότητα στην οποία βρισκόταν τον οδήγησε σε λυγμούς. Μετά βίας πήγε στο μπάνιο να καθαρίσει τα αίματα. Έβγαλε όλα του τα ρούχα και κάθισε κάτω από τη ντουζιέρα. Το νερό ήταν παγωμένο. H πραγματικότητα ήταν ένα παγωμένο νερό που έπεφτε στο σώμα του καθώς ούρλιαζε. Και όσο πιο πολύ ούρλιαζε τόσο πιο κρύο γίνονταν το νερό και τόσο πιο αντιπαθής γίνονταν στον εαυτό του. Με το που τελείωσε το μαρτύριο και τους κόκκινους αφρούς τους ρούφηξε ο νιπτήρας, άλλαξε ρούχα και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Απλά ήθελε με κάποιον να μιλήσει. Ο πρώτος που του ήρθε στο μυαλό ήταν ο φίλος του.
''Παρακαλώ?''
''Έλα Βαγγέλη, ο Θόδωρος είμαι''
''πώς μας θυμήθηκες νυχτιάτικα τέτοια ώρα?''
'' Δεν είμαι καλά''
''Τι έγινε?''
''να ξέρεις, εγώ γεννήθηκα άντρας και θα αναλάβω τις ευθύνες μου'' υψώνοντας τη φωνή του
''τί έγινε χριστιανέ μου, τρομάζω'' 
'' Μόλις έσφαξα τη γυναίκα μου''

Έβαλε με δυσκολία τα κλειδιά στην πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα. Μέσα στην κουζίνα ακούγονταν μπουζουκοτραγούδια από το ραδιόφωνο. Είδε κάτι χάρτινες κούτες με σεμεδάκια ασημικά και διάφορα άλλα πακεταρισμένα είδη προικός. Κράτησε την υπομονή του, και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει σε βαθύ ύπνο. Αλλά εκείνο το κωλο- ραδιόφωνο που έπαιζε δεν τον άφηνε. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμηξε στην κουζίνα φωνάζοντας 
''Θα το κλείσεις μωρή το γαμημένο? έχω να κοιμηθώ 3 μέρες και ήρθα να ξεκουραστώ''
Παίρνει το ραδιόφωνο με δύναμη και το εκσφενδονίζει στον τοίχο. Έγινε χίλια κομμάτια.
''Ρε βλαχάκι, ρε τυρόγαλο, που σε πήρα από τους γύφτους του χωριού σου και σ' έφερα στην πόλη να σε κάνω άνθρωπο, άδειασε μας τη γωνιά από δω πέρα, α παράτα μας ρε, τυρί ε τυρί, μυζήθρα'' φώναξε μέσα στα νεύρα, κατευθυνόμενος ξανά προς το κρεβάτι του ενώ δεν πήρε καμιά απάντηση από τη γυναίκα του. Ξαπλώνει ξανά στο κρεβάτι παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ήταν ένα ντεπόζιτο που γέμιζε τον τελευταίο χρόνο με βενζίνη και προσπαθούσε να καταπνίξει κάθε σπίθα. Ξαφνικά άρχισε πάλι να ακούγεται από μέσα αυτός ο εκνευριστικός ήχος της ηλεκτρικής σκούπας. Σπίθες έβγαλαν τα μάτια του και το ντεπόζιτο ανατινάχτηκε. Εισβάλει ξανά στην κουζίνα, και αρχίζει να κλωτσάει τη σκούπα. Η Ελένη αρχίζει να τον βαράει με το μεταλλικό σκουπόξυλο. Το γιγαντιαίο του κορμί δεν καταλάβαινε από ξύλο, είχε φάει πολύ άλλωστε σε όλη του τη ζωή. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο και την κυνηγάει. Η πρώτη μαχαιριά την βρήκε στην πλάτη. Οι υπόλοιπες 25 και αφού είχε αλλάξει και 3 μαχαίρια, στο κεφάλι το λαιμό και το στήθος. Χτυπούσε με δύναμη το μαχαίρι στο κεφάλι της μέχρι να το ανοίξει στη μέση. Όταν βρισκόταν στη ζώνη του λυκόφωτος είχε χάσει τελείως το μέτρημα και συνέχιζε να την μαχαιρώνει μέχρι να μην μείνει κομμάτι της που την θύμιζε.

Είχε μπει αποφασισμένος εκείνο το απόγευμα στο καζίνο με σκοπό ή να ρεφάρει ή να πάει στην κόλαση. Όταν έμπαινε στη δίνη του τζόγου, ήταν για αυτόνα πάντα ένα παιχνίδι με το θάνατο. Η ρέντα τον είχε αφήσει εδώ και ένα χρόνο και απέφευγε να παίζει τακτικά. Η πίστη είναι σαν να παίζεις στη ρουλέτα. Ελπίζεις πως θα κερδίσεις σε κάθε παρτίδα, μέχρι να σου τελειώσουν τα χρήματα. Και όταν του τέλειωσαν, έβγαλε το καρνέ των επιταγών και έκανε σε μάρκες όσες καταθέσεις του είχαν μείνει. Κάθε φορά που γύριζε η μπίλια την κοιτούσε με ένα μάτι αιμοβόρο, έτοιμο για 3ο παγκόσμιο πόλεμο ''έλα μωρή γαμιόλα, τόλμα να μη μου κάτσεις ούτε τώρα'' και κάθε φορά που αυτή καθόταν κάπου αλλού αυτός ανατινάζονταν σαν ένα ηφαίστειο που ανάβλυζε λάβα από τα έγκατα της κολάσεως. Και έτσι η χασούρα συνεχίστηκε και κάθε φορά αύξανε το ποντάρισμα μέχρι να μείνει σχεδόν χωρίς περιουσία.Δυο φουσκωτοί χωρίς λαιμό, με πρόσωπο μπουλντόγκ τον οδήγησαν στην έξοδο κρατώντας τον από τα μπράτσα καθώς αντιστέκονταν και φώναζε έξαλλος ''για φτύσιμο είστε οι περισσότεροι, για ροχάλα στη μάπα''. Αφού τον ηρέμησαν ήρθε ένας κοντός με μούσι και συζήτησαν για μερικά λεπτά μαζί. Με το που πήγε να ξαναχάσει την υπομονή του οι φουσκωτού του έκαναν κεφαλοκλείδωμα και του ρίξαν μερικά χαστούκια. Τον ανάγκασαν να τους κόψει ακόμα μια επιταγή και τον άφησαν να πάρει το αμάξι από το πάρκινγκ για να φύγει.     

Γύρισε ξημερώματα πτώμα. Το σπίτι είχε μια ύποπτη ηρεμία λίγο πριν ξεσπάσει η τρικυμία. Εκείνη καθόταν στο μπαλκόνι και έκανε τσιγάρο. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών άναψε τα φώτα και τα παιδιά δεν ήταν εκεί. Είχαν φύγει για τις διακοπές του Πάσχα στη γιαγιά τους, στο Μελισσοχώρι Λάρισας. Στο τραπέζι της κουζίνας είδε ένα φάκελο. Ανοίγοντάς τον είδε φωτογραφίες του εαυτού του με τη Ρουμάνα γκόμενα του. Την είχε γνωρίσει σ'ένα εξωτικό κολλάδικο ονόματι ''Κοσμοπόλιταν'' με διάφορους θαμώνες της κοσμικής Λαχαναγοράς. Βλέποντας τις φωτογραφίες γύρισε το τραπέζι ανάποδα και έριξε όλα τα βάζα και τα τασάκια. Στη συνέχεια το σήκωσε και το πέταξε στο τζάμι του Μπαλκονιού. Η Ελένη, εξοργισμένη του λέει ''Από αύριο θα μιλάς με τον δικηγόρο μου. Ως εδώ. Οι μέρες της τυραννίας σου τελείωσαν'' Η απάντηση του ήταν σφοδρή ''Να τα μαζέψεις τώρα και να φύγεις από το σπίτι'' ''Αυτό το σπίτι είναι και δικό μου. Δεν πάω πουθενά, εσύ θα φύγεις. Να πας στη γκαρσονιέρα που πληρώνεις στη γκόμενα σου''  

''Όλος μου ο γάμος είναι τον τελευταίο χρόνο μια συγκατοίκηση στα χαρακώματα. Η καριόλα θέλει διαζύγιο. Θα μου κλάσει τ' αρχίδια. Η άχρηστη κάθεται όλη μέρα και βλέπει τηλεόραση και την ταΐζω. Δεν της δίνω φράγκο'' καθώς βαρούσε το χέρι του στο τραπέζι απευθυνόμενος στη Ρουμάνα. Την ίδια μέρα η Ελένη είχε την φαεινή ιδέα να προσλάβει ντέντεκτιβ. Είχε χαρεί τόσο πολύ με αυτή την ιδέα να απαλλαγεί μια και καλή από τον ασύδοτο τραμπούκο, που άμα του έκανε καμιά μαλακία, θα της έπαιρνε το κεφάλι, αλλά άμα αυτός θα της έκανε κάτι αυτή θα έπρεπε να κάνει μόκο.   

Η μέρα που η Ελένη το έμαθε ήταν η μέρα που άλλαξαν τα πάντα στο σπίτι. Μόλις είδε το βλέμμα της κατάλαβα ότι είχε τελειώσει σαν άντρας. Ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι για να κοιμηθεί. Εκείνη σηκώθηκε, και πήγε να πάρει την κουβέρτα της για να κοιμηθεί στο σαλόνι. Την αρπάζει από τη μέση και την ξαπλώνει πίσω αρχίζοντας να την χαϊδεύει. ''όχι δεν θέλω'' του λέει '' ''Όχι'' εμένα δε θα με λες''. Την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την βιάζει. Και εκείνη, με ένα βλέμμα αηδίας, του απάντησε ''μπορείς να με κάνεις ότι θες, αλλά δεν νιώθω τίποτα''. Έκανε τον σκύλο βόλτα στην παραλία. Ούτε το σκυλί δεν τον χώνευε. Απλά του άρεσε να το παίρνει και να βρίσκει δικαιολογία να φύγει από το σπίτι και να σκέφτεται. Τότε του ρθε η ιδέα να βρει καμιά γκόμενα.Έβγαλε το κολάρο από τον σκύλο και τον άφησε να φύγει. Αυτό άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα γίνεται για να μη ξαναδεί τα μούτρα του. Μπήκε στο αμάξι και έφυγε.Η συμβίωση έγινε συγκατοίκηση, προς χάρη των παιδιών και λόγω του γεγονότος ότι ο εγωισμός του δεν μπορούσε να δεχτεί ότι εκείνη είχε ήδη φύγει ακόμα κι αν ζούσε εκεί. Και αυτό τον έκανε ακόμα πιο σκληρό.

Με το που κατάφερε να πουλήσει το εξοχικό, έβαλε όλα τα χρήματα σε 3 αγώνες. Είχε στείλει ανταποκριτή στον αγώνα που φοβόταν περισσότερο να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της Μάλαγα με το Μπιλμπάο. Η Μάλαγα ήθελε νίκη για να πετύχει την άνοδο στην Primera Division και το Μπιλμπάο ήταν ήδη πεσμένο. Τα νέα δεν ήταν καλά. Οι φήμες ήταν έντονες ότι Μάλαγα τα είχε αρπάξει από τους μπουκς για να μην κερδίσει, έλεγαν οι πληροφορίες που είχε. Πράγμα λογικό όταν άνθρωποι παίζουν τεράστια ποσά σε ''σίγουρους'' αγώνες και οι μπουκς παρατηρούν την υπερφόρτωση ενός αγώνα. Είχε γίνει έξω φρενών. Μα πιο πολύ με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να προβλέψει αυτήν την εξέλιξη. Το βράδυ αποφάσισε να κοιμηθεί σε ξενοδοχείο και να μη της το πει. 

''Νομίζεις ότι μιλάς με κανέναν φελλό στο είδος του στοιχήματος? με κανένα βλαχοτζογαδόρο? Έχω δει στη ζωή μου πάνω από  10.000 ώρες ποδόσφαιρο. Α παράτα μας ρε, που θα με μιλήσεις εμένα για τζόγο. Χθεσινέ'' έλεγε στον γνωστό του που αμφισβητούσε τα λεγόμενα του. ''Εγώ έχω μάθει στη ζωή μου να παίζω σωστά. Το παν είναι να παίζεις σωστά κι ας χάσεις'', έλεγε με έπαρση. Η κοσμοθεωρία του βρήκε εφαρμογή στον εντοπισμό αγώνων για στοιχηματισμό που η μια ομάδα είχε μεγαλύτερο κίνητρο να κερδίσει έναντι της άλλης. Και εκεί πάντα αποφάσιζε να τα βάζει όλα όσα είχε. 

Το καλοκαίρι του 89' έκαναν τον μήνα του μέλιτος στο εξοχικό του πατέρα του. Μόλις χώνεψαν το μεσημεριανό, πήραν τις πετσέτες τους και τράβηξαν προς την παραλία να δούνε το ηλιοβασίλεμα. Της ορκίστηκε ότι θα την τακτοποιήσει για το υπόλοιπο της ζωής της. Τα αστέρια ξεπρόβαλαν και ο ουράνιος θόλος φαινόταν σαν ένα κινηματογραφικό πανί που κάτω απ αυτό οι 2 ερωτευμένοι ξάπλωσαν γυμνοί στην αμμουδιά και κάναν έρωτα. Την ήθελε από παιδί και τα ρίσκαρε όλα για να την κατακτήσει.Την ώρα που την κοίταζε στα μάτια ένιωσε πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Μπορεί να ήταν τρελός και απρόβλεπτος αλλά ήξερε ότι είχε παίξει σωστά.


 










Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

καθρέφτης


Κουβαλούσε πάντα πάνω του την μπόχα της αγαμίας, της ανάγκης να συνυπάρξει μ' έναν άλλον άνθρωπο, φυσικά μαζί με την ανυπόφορη δυσοσμία της ιδρωτίλας από το υπερβολικά παχύσαρκο σώμα του. Η μόνη ερωτική σχέση που είχε στη ζωή του ήταν με το φαγητό και ήταν μάλιστα και πάρα πολύ καλός μάγειρας σε φημισμένο εστιατόριο. Στο σπίτι του είχε μόνο ένα καθρεφτάκι στο μπάνιο για να ξυρίζεται και να χτενίζεται. Κάθε φορά που βρισκόταν έξω και περνούσε από καθρέφτες έκανε πως δεν έβλεπε.

Όταν εμφανίστηκε η Χριστίνα για τη θέση του του βοηθού μάγειρα, εισηγήθηκε αμέσως να την προσλάβουν χωρίς να κοιτάξει τους άλλους υποψήφιους καν. Ήταν πολύ όμορφη για να προσληφθεί με αξιοκρατικά κριτήρια. Ένα αγγελούδι που άρχισε να μπαίνει στις επιθυμίες του και δεν τον άφηνε να την ξεχάσει. Όσο δουλεύανε μαζί ήταν κύριος και δεν εκδήλωνε ποτέ αυτό που τον έκαιγε. Όταν γύριζε σπίτι του θυμόταν την κάθε της κίνηση, το κάθε της χαμόγελο. Έφτιαχνε ερωτικές ιστορίες στο κεφάλι του ότι κάποτε θα την κατακτούσε και θα ζούσε ευτυχισμένος μαζί της για πάντα. Κάθε φορά που τον έπαιζε, εκείνη σκέφτονταν και έφτανε σε τεράστιους οργασμούς. Τους καλύτερους οργασμούς που είχε βιώσει στο μοναχικό αφιλόξενο σώμα του. Είχε φτιάξει ένα παράλληλο σύμπαν σωτηρίας από την κόλαση του εαυτού του με το κορίτσι στο επίκεντρο. Όσο η επιθυμία του για εκείνη μεγάλωνε, τόσο ένιωθε άσχημα για την εμφάνισή του, για τους τρόπους του, για τον χαρακτήρα του και τόσο πιο κρύος κι αυστηρός γινόταν μαζί της όταν έκανε κάποιο λάθος. Μια φωνή μέσα του έλεγε ότι όλα όσα σκέφτεται είναι λάθος. Όλα όσα φανταζόταν ήταν λάθος γιατί όλα όσα ήθελε ήταν λάθος.

Η απόφαση του να αλλάξει τα πάντα δεν άρχισε να έρθει. Αγόρασε έναν μεγάλο καθρέφτη και τον τοποθέτησε στο σαλόνι του. Έβγαλε τα ρούχα του και κοιτάχτηκε. Τον έπιασε αναγούλα. Ήθελε να εξαφανίσει μια και καλή εκείνο που έβλεπε. Το βράδυ δεν έφαγε τίποτα. Στις 5 ώρες η λιγούρα άρχισε να τον τρώει με τόση δύναμη όσο αυτή των πρώτων ωρών που κόβεις το τσιγάρο. Μάζεψε μια τεράστια δύναμη που είχε μέσα του και δεν ήξερε καν ότι υπήρχε και κατέπνιξε κάθε επιθυμία . Οι πρώτες 5 μέρες ήταν πάρα πολύ δύσκολες αλλά είχε σύμμαχο την πίστη στον σκοπό του ότι μια μέρα θα καταφέρει εκείνο που εύχονταν. Κάθε φορά που είχε την ευκαιρία να χλαπακιάσει κάτι στην κουζίνα του εστιατορίου εμφανίζονταν ένα τεράστιο τοίχος να βάλει το χέρι του στα μοσχομυριστά κρέατα. Έτρωγε μόνο ένα πιάτο το μεσημέρι για να αντέξει. Φυσικά με ότι καλύτερο του ερχόταν η όρεξη. Το μεσημεριανό του ήταν κάτι σαν το προαύλιο στη φυλακή. Στα πρώτα 10 κιλά που έχασε άρχισε η αυτοπεποίθησή του να παίρνει τα πάνω της, ενώ οι φαντασιώσεις του για την υπάλληλο γινόταν όλο και εντονότερες. Φανταζόταν τον εαυτό του ως ωραίο άνδρα, καλογυμνασμένο Είχε βάλει μάλιστα και προσωπικό στόχο, όταν φτάσει τα 120 κιλά να αρχίσει να εκδηλώνεται. Είχε ξεκινήσει και γυμναστήριο. Κόντεψε να σπάσει τον διάδρομο. Τα παιδιά γύρω του γελούσαν όταν τον κοιτούσαν αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε μια ατσαλένια θέληση, μια πίστη βουνό και τίποτε δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στα όνειρά του. Όταν τα κιλά γινόταν ακόμα πιο δύσκολα να τα χάσει, έβαζε στο μυαλό του εκείνη να του χαμογελάει και συνέχιζε ακάθεκτος. Σαν άλλος Ρόκυ Μπαλμπόα μεταμορφωμένος σε ιπποπόταμο, έκανε κάμψεις και έτρεχε ώρες στα πάρκα υπό τους ήχους του 'Gonna fly now'. Τι κι αν μέσα στον ενθουσιασμό του κατεδάφισε τη μπάρα του γυμναστηρίου καθώς προσπαθούσε να κάνει έλξεις και το όργανο δεν άντεξε και ξάπλωσε στο έδαφος μαζί του καθώς γελούσε όλος ο κόσμος, αισθάνονταν δυνατός. Είχε ξαναβρεί την πίστη στον εαυτό του.

Στα 100 κιλά, άρχισε να παίρνει κι άλλες αποφάσεις. Μίλησε με τον ιδιοκτήτη και του ζήτησε να γίνει συνέταιρος στο εστιατόριο κι ο ιδιοκτήτης το δέχτηκε. Η Χριστίνα έδειχνε να τον συμπαθεί και να τον εμπιστεύεται περισσότερο τώρα που αδυνάτισε ή τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβανόταν ο ίδιος.  Το κορίτσι είχε σχέση μ' έναν  έμπορο που οι ιδέες του πέσαν έξω και χρωστούσε παντού. Άρχισε σιγά σιγά να ανοίγεται στον πρώην χοντρό. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να πιστέψει τέτοια εξέλιξη. Είχε μέρες ο γκόμενος της να την πάρει μετά τη δουλειά με το μηχανάκι του και άρχισε να νιώθει ότι το όνειρο του είχε βάσιμες ελπίδες. Ξεκίνησε να πηγαίνει στα μπουρδέλα πιο συχνά για να μάθει καλύτερα την τέχνη του σεξ που τόσο στερήθηκε. Ήθελε να είναι προετοιμασμένος. Μόνο ένα πράγμα του έλειπε εκείνη τη στιγμή, να εκδηλωθεί. Να της δείξει πόσο πολύ την ήθελε. Ο ιδιοκτήτης που ήταν και ο μόνος του φίλος άρχισε να τον συμβουλεύει. Την μέρα των γενεθλίων της της πήρε ένα παιδικό χνουδωτό παπαγάλο. Της το έδωσε με τρεμάμενα χέρια. Η κοπέλα για πρώτη φορά τον κοίταξε με μια ματιά επιθυμίας. Δεν ξέχασε ποτέ του εκείνο το βλέμμα.

Μια μέρα τον πήρε τηλέφωνο για να βγούνε. Είχε πέσει στα 90 κιλά και φαινόταν κανονικός άντρας. Ήταν απόλυτα προσηλωμένος στον στόχο. Δεν υπήρχαν περιθώρια λάθους. Με το που άρχισαν να μιλάνε στο μπαρ της ακουμπούσε διακριτικά το χέρι. Άρχισε να νιώθει την έλξη της και για μια στιγμή τα είχε χάσει. Μια αδιόρατη δύναμη, η ίδια πιθανώς που τον οδήγησε στην σκληρή δίαιτα και χωρίς να έχει κανέναν έλεγχο πάνω της, τον οδήγησε να την φιλήσει. Η κοπέλα τον φίλησε πίσω. Πήγαν σπίτι του και ξάπλωσαν μαζί. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ένιωθε εκείνη την ώρα σαν τον Ζαγοράκη που σηκώνει το κύπελλο Ευρώπης 2004. Όταν τελείωσαν, εκείνη χώθηκε στα μπράτσα του και έκλεισε τα μάτια της. Καθώς το χέρι του άρχιζε να μουδιάζει από το βάρος της, την άκουγε να βαραίνει η ανάσα της και να μετατρέπεται σε ροχαλητό, αλλά δεν τον πείραζε. Λίγη ομορφιά μέσα στον ατέλειωτο χειμώνα, του αρκούσε να βγάλει από πάνω του για λίγο εκείνη την μπόχα.

Άρχισε να κάνει σχέδια για το μέλλον. Να νοικιάσει ένα μεγαλύτερο σπίτι. Να βλέπουνε οι 2 τους ταινίες αγκαλιά. Να κάνουνε πικ νικ στο πάρκο. Να εκσπερματώνει μέσα της καθώς τον εκλιπαρεί να κάνουνε παιδιά. 2 μέρες αργότερα, κι αφού μετρούσε τις μέρες βασανιστικά μέχρι να την ξαναδεί, της έστειλε μήνυμα να ξαναβγούνε. Η κοπέλα ενώ στην αρχή δέχτηκε την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και το ακύρωσε. Την επόμενη μέρα στην δουλειά δεν του έδειξε κανένα σημάδι ότι τον ήθελε. Ο μάγειρας προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του μέχρι που είδε το μηχανάκι του γκόμενου να ξαναεμφανίζεται και να την παίρνει μακρυά του. Τρελάθηκε. Την επόμενη μέρα την απέλυσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η κοπέλα του ζήτησε συγγνώμη. Ήθελε να της εξομολογηθεί τα πάντα. ότι όλα όσα έκανε τα έκανε για εκείνη. Αλλά ήταν αργά. Έπεσε σε κατάθλιψη και άρχισε να μπεκροπίνει.Της έστελνε μηνύματα και εκείνη δεν απαντούσε.

Ο μόνος τρόπος να συνέλθει ήταν να αρχίσει να τρώει όπως παλιά. Έτρωγε σαν να μην υπάρχει αύριο. Το γυμναστήριο το έκοψε και ξαναγύρισε στις παλιές καλές συνήθειες. Όλα όσα προσπαθούσε επί μήνες διαλύθηκαν σε μια νύχτα.  Μάλωσε και με τον φίλο του τον ιδιοκτήτη και όλα άρχισαν να παίρνουν την κατηφόρα. Του γύρισε πίσω τα λεφτά της συνιδιοκτησίας και παραιτήθηκε περνώντας τους υπόλοιπους μήνες στα δικαστήρια. Σε 3 μήνες ξανάβαλε 40 κιλά. Είχε κι άλλες σχέσεις στη ζωή του αλλά καμιά από αυτές δεν τον έβαλε ξανά στην ίδια διαδικασία. Του φάνηκε ανόητο. Μια μέρα το σώμα του τον πρόδωσε και έπαθε καρδιακό. Ο γιατρός τον συνέστησε να μην τρώει. Όταν πήρε εξιτήριο ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη του σπιτιού του. Τώρα έπρεπε να σταματήσει να τρώει όχι για κάποιον άλλον αλλά για να μην πεθάνει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ευτυχισμένο και συνέχισε να κατεβάζει τα μπέργκερ το ένα μετά το άλλο.