Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η αφίσα


''Ήταν κάποιος που έκανε συμφωνία με τον διάβολο να ζήσει τις πιο ευτυχισμένες στιγμές πάνω στη γη, σε αντάλλαγμα τις αναμνήσεις του. Ξύπνησε ένα πρωί χωρίς να θυμάται τίποτε και συνέχισε την πεζή ζωή του. Στα όνειρά του βλέπει φευγαλέα την πιο όμορφη κοπέλα που συνάντησε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Μόλις πήγε να την αγγίξει αυτή εξαφανίστηκε και αυτός ξυπνάει''


Άνοιξε τα μάτια του με έναν τεράστιο πονοκέφαλο. Πάντα όταν έπινε τεράστιες ποσότητες τζιν είχε κενά μνήμης. Το μόνο που θυμόταν ήταν, μερικές μέρες πριν, οι προκριματικοί του τοπικού πρωταθλήματος στο άλμα εις ύψος που είχε αρχίσει να πίνει από νωρίς και έπαιξε λιώμα. Ακόμα του έρχονταν στα αυτιά του, τα γέλια των φιλάθλων και των συναθλητών του καθώς ερχόταν με φόρα και έσκαγε σαν καρπούζι στο στρώμα μέτρα κάτω από τον πήχη. Αλλά όλα αυτά που έλαβαν χώρα την προηγούμενη νύχτα όλα είχαν σβηστεί.

Το μόνο που είχε μείνει στο μαξιλάρι του ήταν μια φωτογραφία. Δεν είχε ιδέα πως βρέθηκε στο κρεβάτι του. Δεν ήξερε το όνομά της, δεν ήξερε ποια ήταν, παρόλα αυτά το πρόσωπό της είχε κάτι οικείο, κάτι ζεστό, κάτι όμορφο κάτι μοναδικό για εκείνον. Σαν να είχε κατακτήσει κάτι σπουδαίο αλλά χωρίς να θυμάται πως και γιατί. Δεν δίστασε να την ερωτευτεί. Την έκανε και μια ωραία εκτύπωση και την έκανε αφίσα στο δωμάτιο του, πάνω από το κρεβάτι του. Στην κατάσταση που βρισκόταν τον τελευταίο καιρό η αφίσα ήταν κάτι παραπάνω από αφίσα. Ήταν λόγος για να ζει.

Το πρωί το περνούσε στην κωλοδουλειά και άφηνε τις μηχανικές κινήσεις των χεριών του στον αυτόματο, σπάζοντας το κεφάλι του να θυμηθεί κάτι, οτιδήποτε που θα την έφερνε ξανά στο κεφάλι του. Το απόγευμα πήγε στην προπόνηση, με την ελπίδα να ρωτήσει κάτι κάποιον, μήπως  πήρε το μάτι του να φεύγει με καμιά κοπέλα αλλά έπεσε στον προπονητή του και στον πρόεδρο της ομάδας έξω φρενών έτοιμο να τον διώξουν για δυσφήμιση του συλλόγου του, ενώ θα έπρεπε να παρασταθεί και ενώπιον του αθλητικού δικαστή για δυσφήμιση του αθλήματος. Αλλά ήταν τυχερός γιατί τέτοιες εποχές κανένας δεν νοιαζόταν για το άθλημα που αγωνίζονταν οπότε έπεσε στα μαλακά. Μόνο το youtube λίγο τον πείραζε που ανέβασαν τα κατορθώματα του και ο κόσμος έσπαγε πλάκα με τον μεθυσμένο κλόουν που παρίστανε τον αθλητή. Είχε ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο αγαπούσε αυτό το άθλημα. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει αλλά κάτι τον εμπόδιζε μέσα του. Το βράδυ, κουρασμένος άνοιξε ένα κρασί για να τον πάρει ο ύπνος γιατί διαφορετικά δεν κοιμόταν. Πήγε στην αφίσα και της μιλούσε '' ας αφήσουμε την ψευδαίσθηση να μας παρασύρει από αυτήν την άσχημη πραγματικότητα και να δώσουμε στη θέση της λίγο μαγεία''.

Οι μέρες περνούσαν και η αφίσα είχε γίνει εικόνισμα. Πάντα πήγαινε μπροστά της και της εξομολογούνταν τα πάντα. ''Είσαι το μόνο άτομο που λέω την αλήθεια για μένα.  Δεν ξέρω αν υπάρχεις, δε με νοιάζει αν είσαι μόνο ένα φάντασμα στο κεφάλι μου, μια υποσυνείδητη ανάγκη, γιατί δεν έχω άλλους ανθρώπους κοντά μου. Και τι δε θα έδινα να σε κρατώ στα χέρια μου, να σε φιλώ, να σου κάνω έρωτα, να μπαίνω μέσα σου καθώς τεράστιοι οργασμοί διαπερνάν τα στήθη μου, ότι καλύτερο έχω νιώσει στη ζωή μου ελπίζοντας ότι θα είμαι άξιος για να πέσω μέσα στην μαύρη τρύπα σου καθώς θα χάνομαι ταυτόχρονα στα πραγματικά σου μάτια, μια βουτιά στο κενό,  στο απόλυτο σκοτάδι,που ή θα πεθάνω ή θα κερδίσω την Αθανασία''. έλεγε από μέσα του κρατώντας σφιχτά και φιλώντας τα μαξιλάρια.

Όταν ηρέμησε, πήγε ιδρωμένος να πλυθεί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το αθλητικό του κορμί γινόταν όλο και πιο πλαδαρό, τα ιδρωμένα του μαλλιά ολοένα και αραίωναν, οι τρίχες του άρχιζαν να ασπρίζουν, το πρόσωπό του γερνούσε και όσο πιο πολύ γερνούσε, συνειδητοποίησε ότι δεν έχει σημειώσει καμιά επιτυχία στη ζωή του, δεν κέρδισε καμία διάκριση, δεν έζησε κανένα μεγάλο έρωτα, καμία γυναίκα δεν του είπε 'σ' αγαπώ', δεν έκανε κανένα μεγάλο ταξίδι, όσες ευκαιρίες του δόθηκαν τις έχασε, είχε μείνει φρακαρισμένος, μόνος σε μια μικρή πόλη να φιλάει μια φωτογραφία. Την αποκαθήλωσε και μετά την έσκισε. Έβαλε τα κομμάτια της σ'ένα κουβά και τον άναψε φωτιά. Το βράδυ αποφάσισε να μην πιει και έχασε τον ύπνο του.

Ξαναγύρισε στις προπονήσεις καθαρός και αποφασισμένος. Το σώμα του τον πρόδιδε πάντα, αλλά δεν τα έβαλε κάτω. Κάθε μέρα εργαζόταν όλο και πιο σκληρά και το κανε για την πάρτη του και για κανέναν άλλον. Τη μέρα των αγώνων έπαιξε για όλα τα χαμένα του χρόνια. Πάτησε γερά και απογειώθηκε. Ένιωθε την πλάτη του να βλέπει τον πήχη από ψηλά. Εκεί ακριβώς θυμήθηκε τα πάντα. Τη στιγμή που την γνώρισε, το όνομά της, που μένει. Τη στιγμή που ξάπλωσαν μαζί. Προσγειώθηκε στο στρώμα του στίβου και την ένιωσε να ξαπλώνει κι αυτή.



Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

παίξε σωστά και χάσε

Κάπου στις 3 τα χαράματα, με το τσιγάρο στο χέρι, μέσα από το αμάξι του, χαιρετούσε με τα κατακόκκινα πρησμένα αγγεία στην καράφλα του 2 παιδιά που τον αναγνώριζαν και τον κοιτούσαν απορημένα, με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Αφού ήπιε και την τελευταία γουλιά από το φτηνό μπουκάλι ουίσκι, φόρεσε τη ζώνη ασφαλείας του, κλείδωσε τη μια άκρη της χειροπέδας στον καρπό του και την άλλη στο τιμόνι, άναψε τη μηχανή και έβαλε μπρος. Το αμάξι του άρχισε να κινείται κατά μήκος της προβλήτας του λιμανιού και έπεσε μέσα στη θάλασσα.Ένα μεγάλο πλαφ ακούστηκε νωρίς τα χαράματα. Το νερό άρχισε να μπαίνει ορμητικά στο σαλόνι του αμαξιού και μόλις η θάλασσα το κατάπιε όλο, εκλύθηκε μια μεγάλη μπουρμπουλήθρα. Δεν είχε καμιά διάθεση να θυμηθεί τίποτα απ' όλα όσα συνέβησαν ούτε ήθελε να ξαναδεί το φιλμ της ζωής του να ξετυλίγεται μπροστά του, καθώς το νερό είχε φτάσει μέχρι τη μέση του. Το μόνο που ψέλλισε ήταν '' Εγώ, ο Θόδωρας Βαρβατίδης θα φύγω από τη ζωή φαντάρος, και δεν θέλω να ξαναυπάρξω ποτέ''. Η στάθμη του νερού άρχισε να ξεπερνάει τη μύτη του, ενώ κατέπνιγε κάθε αντίσταση που προέβαλλε το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Ξαφνικά, του ήρθε μια τελευταία παρόρμηση για να ζήσει, ακόμα και αν πλήρωνε το τίμημα, επειδή ήθελε μόνο να θυμάται για πάντα εκείνη τη νύχτα στην παραλία, κάτω απ' τ 'αστέρια. Όσο το αμάξι βούλιαζε προς τον πυθμένα της θάλασσας, ξεκίνησαν οι πρώτοι σπασμοί και το σώμα του άρχισε να σπαρταράει μέσα στην απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Οι ακούσιες κινήσεις του άρχισαν να μειώνονται καθώς το οξυγόνο στα πνευμόνια του λιγόστευε. Το θαλασσινό νερό άρχισε να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια του και εκεί άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του μέχρι να γίνει όλος μπλε. Μια τελευταία φυσαλίδα βγήκε από το στόμα του.

''Να παραδοθείς, Θόδωρε, να μην αφήσεις τα παιδιά σου χωρίς πατέρα'' , του είπε ο φίλος του στο τηλέφωνο.
'' Δεν ξέρω τι θα κάνω ακόμα Βαγγέλη''  του απάντησε καθαρίζοντας τις μύξες από τα δάκρυά του.
''Να ηρεμήσεις, να τα βάλεις όλα κάτω και να σκεφτείς, ότι έγινε έγινε. Σε λίγα χρόνια θα σαι έξω, το δικαστήριο θα δείξει επιείκεια ''
''Εντάξει, σ' ευχαριστώ πολύ για όλα''
Πριν κλείσει το τηλέφωνο, το είχε ήδη αποφασίσει. Δεν θυμόταν λέξη από αυτά που του πε, δεν καταλάβαινε καν γιατί τον είχε πάρει τηλέφωνο. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε μια κόλλα χαρτί και έγραφε '' Στα δυο μου παιδιά, Μιχαλάκη και Μαρία, Δεν ζητώ να με συγχωρέσετε, έπαιξα και έχασα. Σας ευχαριστώ πολύ για όλες τις στιγμές που μου χαρίσατε, σας αγαπώ πολύ, είστε τακτοποιημένοι''. Αφού σκούπισε τα δάκρυά του, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του και καθώς έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια μεγάλη ανάσα. Έβαλε τα κλειδιά του στην τσέπη και έτρεξε προς τ' αμάξι του. Στον δρόμο έτρεχε σαν μανιακός. Είχε μπει στην λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας και έτρεχε πάνω από 180 κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα του στα μπροστινά αμάξια που πήγαιναν αργά. Ένας οδηγός προσβεβλημένος από τα κορναρίσματα και τα αλλεπάλληλα σήματα να πάει δεξιότερα και να τον αφήσει να περάσει, μουλάρωσε και ελάττωσε ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή ο Θόδωρος βρίζοντας πάτησε τέρμα το γκάζι και άρχισε να τον εμβολίζει από πίσω. Ο οδηγός από την τρομάρα του έφυγε στη δεξιά λωρίδα γρήγορα χωρίς καν να κονράρει. Έφτασε στο λιμανάκι ράκος και αποφάσισε να περάσει τις τελευταίες του στιγμές στην ησυχία. Ήταν ανακουφισμένος που δεν θα υπήρχε αύριο για να ξυπνήσει.

Μόλις άρχισε να εξέρχεται από την πύλη της τρέλας αποπροσανατολισμένος, σαν ένα πολύ άσχημο εφιάλτη που συνεχίζει να ζει και βλέπει τα ερείπια που άφησε γύρω του. Αναρωτήθηκε αν είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι το τρίτο μαχαίρι της κουζίνας το χαλασμένο. και αν έχει αυτό στο χέρι του τότε τα άλλα 2 πού είναι? Με το που σηκώνεται γλίστρησε στην λίμνη του αίματος και έπεσε στο πάτωμα. Η άρνησή του να πιστέψει την ζοφερή πραγματικότητα στην οποία βρισκόταν τον οδήγησε σε λυγμούς. Μετά βίας πήγε στο μπάνιο να καθαρίσει τα αίματα. Έβγαλε όλα του τα ρούχα και κάθισε κάτω από τη ντουζιέρα. Το νερό ήταν παγωμένο. H πραγματικότητα ήταν ένα παγωμένο νερό που έπεφτε στο σώμα του καθώς ούρλιαζε. Και όσο πιο πολύ ούρλιαζε τόσο πιο κρύο γίνονταν το νερό και τόσο πιο αντιπαθής γίνονταν στον εαυτό του. Με το που τελείωσε το μαρτύριο και τους κόκκινους αφρούς τους ρούφηξε ο νιπτήρας, άλλαξε ρούχα και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Απλά ήθελε με κάποιον να μιλήσει. Ο πρώτος που του ήρθε στο μυαλό ήταν ο φίλος του.
''Παρακαλώ?''
''Έλα Βαγγέλη, ο Θόδωρος είμαι''
''πώς μας θυμήθηκες νυχτιάτικα τέτοια ώρα?''
'' Δεν είμαι καλά''
''Τι έγινε?''
''να ξέρεις, εγώ γεννήθηκα άντρας και θα αναλάβω τις ευθύνες μου'' υψώνοντας τη φωνή του
''τί έγινε χριστιανέ μου, τρομάζω'' 
'' Μόλις έσφαξα τη γυναίκα μου''

Έβαλε με δυσκολία τα κλειδιά στην πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα. Μέσα στην κουζίνα ακούγονταν μπουζουκοτραγούδια από το ραδιόφωνο. Είδε κάτι χάρτινες κούτες με σεμεδάκια ασημικά και διάφορα άλλα πακεταρισμένα είδη προικός. Κράτησε την υπομονή του, και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει σε βαθύ ύπνο. Αλλά εκείνο το κωλο- ραδιόφωνο που έπαιζε δεν τον άφηνε. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμηξε στην κουζίνα φωνάζοντας 
''Θα το κλείσεις μωρή το γαμημένο? έχω να κοιμηθώ 3 μέρες και ήρθα να ξεκουραστώ''
Παίρνει το ραδιόφωνο με δύναμη και το εκσφενδονίζει στον τοίχο. Έγινε χίλια κομμάτια.
''Ρε βλαχάκι, ρε τυρόγαλο, που σε πήρα από τους γύφτους του χωριού σου και σ' έφερα στην πόλη να σε κάνω άνθρωπο, άδειασε μας τη γωνιά από δω πέρα, α παράτα μας ρε, τυρί ε τυρί, μυζήθρα'' φώναξε μέσα στα νεύρα, κατευθυνόμενος ξανά προς το κρεβάτι του ενώ δεν πήρε καμιά απάντηση από τη γυναίκα του. Ξαπλώνει ξανά στο κρεβάτι παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ήταν ένα ντεπόζιτο που γέμιζε τον τελευταίο χρόνο με βενζίνη και προσπαθούσε να καταπνίξει κάθε σπίθα. Ξαφνικά άρχισε πάλι να ακούγεται από μέσα αυτός ο εκνευριστικός ήχος της ηλεκτρικής σκούπας. Σπίθες έβγαλαν τα μάτια του και το ντεπόζιτο ανατινάχτηκε. Εισβάλει ξανά στην κουζίνα, και αρχίζει να κλωτσάει τη σκούπα. Η Ελένη αρχίζει να τον βαράει με το μεταλλικό σκουπόξυλο. Το γιγαντιαίο του κορμί δεν καταλάβαινε από ξύλο, είχε φάει πολύ άλλωστε σε όλη του τη ζωή. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο και την κυνηγάει. Η πρώτη μαχαιριά την βρήκε στην πλάτη. Οι υπόλοιπες 25 και αφού είχε αλλάξει και 3 μαχαίρια, στο κεφάλι το λαιμό και το στήθος. Χτυπούσε με δύναμη το μαχαίρι στο κεφάλι της μέχρι να το ανοίξει στη μέση. Όταν βρισκόταν στη ζώνη του λυκόφωτος είχε χάσει τελείως το μέτρημα και συνέχιζε να την μαχαιρώνει μέχρι να μην μείνει κομμάτι της που την θύμιζε.

Είχε μπει αποφασισμένος εκείνο το απόγευμα στο καζίνο με σκοπό ή να ρεφάρει ή να πάει στην κόλαση. Όταν έμπαινε στη δίνη του τζόγου, ήταν για αυτόνα πάντα ένα παιχνίδι με το θάνατο. Η ρέντα τον είχε αφήσει εδώ και ένα χρόνο και απέφευγε να παίζει τακτικά. Η πίστη είναι σαν να παίζεις στη ρουλέτα. Ελπίζεις πως θα κερδίσεις σε κάθε παρτίδα, μέχρι να σου τελειώσουν τα χρήματα. Και όταν του τέλειωσαν, έβγαλε το καρνέ των επιταγών και έκανε σε μάρκες όσες καταθέσεις του είχαν μείνει. Κάθε φορά που γύριζε η μπίλια την κοιτούσε με ένα μάτι αιμοβόρο, έτοιμο για 3ο παγκόσμιο πόλεμο ''έλα μωρή γαμιόλα, τόλμα να μη μου κάτσεις ούτε τώρα'' και κάθε φορά που αυτή καθόταν κάπου αλλού αυτός ανατινάζονταν σαν ένα ηφαίστειο που ανάβλυζε λάβα από τα έγκατα της κολάσεως. Και έτσι η χασούρα συνεχίστηκε και κάθε φορά αύξανε το ποντάρισμα μέχρι να μείνει σχεδόν χωρίς περιουσία.Δυο φουσκωτοί χωρίς λαιμό, με πρόσωπο μπουλντόγκ τον οδήγησαν στην έξοδο κρατώντας τον από τα μπράτσα καθώς αντιστέκονταν και φώναζε έξαλλος ''για φτύσιμο είστε οι περισσότεροι, για ροχάλα στη μάπα''. Αφού τον ηρέμησαν ήρθε ένας κοντός με μούσι και συζήτησαν για μερικά λεπτά μαζί. Με το που πήγε να ξαναχάσει την υπομονή του οι φουσκωτού του έκαναν κεφαλοκλείδωμα και του ρίξαν μερικά χαστούκια. Τον ανάγκασαν να τους κόψει ακόμα μια επιταγή και τον άφησαν να πάρει το αμάξι από το πάρκινγκ για να φύγει.     

Γύρισε ξημερώματα πτώμα. Το σπίτι είχε μια ύποπτη ηρεμία λίγο πριν ξεσπάσει η τρικυμία. Εκείνη καθόταν στο μπαλκόνι και έκανε τσιγάρο. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών άναψε τα φώτα και τα παιδιά δεν ήταν εκεί. Είχαν φύγει για τις διακοπές του Πάσχα στη γιαγιά τους, στο Μελισσοχώρι Λάρισας. Στο τραπέζι της κουζίνας είδε ένα φάκελο. Ανοίγοντάς τον είδε φωτογραφίες του εαυτού του με τη Ρουμάνα γκόμενα του. Την είχε γνωρίσει σ'ένα εξωτικό κολλάδικο ονόματι ''Κοσμοπόλιταν'' με διάφορους θαμώνες της κοσμικής Λαχαναγοράς. Βλέποντας τις φωτογραφίες γύρισε το τραπέζι ανάποδα και έριξε όλα τα βάζα και τα τασάκια. Στη συνέχεια το σήκωσε και το πέταξε στο τζάμι του Μπαλκονιού. Η Ελένη, εξοργισμένη του λέει ''Από αύριο θα μιλάς με τον δικηγόρο μου. Ως εδώ. Οι μέρες της τυραννίας σου τελείωσαν'' Η απάντηση του ήταν σφοδρή ''Να τα μαζέψεις τώρα και να φύγεις από το σπίτι'' ''Αυτό το σπίτι είναι και δικό μου. Δεν πάω πουθενά, εσύ θα φύγεις. Να πας στη γκαρσονιέρα που πληρώνεις στη γκόμενα σου''  

''Όλος μου ο γάμος είναι τον τελευταίο χρόνο μια συγκατοίκηση στα χαρακώματα. Η καριόλα θέλει διαζύγιο. Θα μου κλάσει τ' αρχίδια. Η άχρηστη κάθεται όλη μέρα και βλέπει τηλεόραση και την ταΐζω. Δεν της δίνω φράγκο'' καθώς βαρούσε το χέρι του στο τραπέζι απευθυνόμενος στη Ρουμάνα. Την ίδια μέρα η Ελένη είχε την φαεινή ιδέα να προσλάβει ντέντεκτιβ. Είχε χαρεί τόσο πολύ με αυτή την ιδέα να απαλλαγεί μια και καλή από τον ασύδοτο τραμπούκο, που άμα του έκανε καμιά μαλακία, θα της έπαιρνε το κεφάλι, αλλά άμα αυτός θα της έκανε κάτι αυτή θα έπρεπε να κάνει μόκο.   

Η μέρα που η Ελένη το έμαθε ήταν η μέρα που άλλαξαν τα πάντα στο σπίτι. Μόλις είδε το βλέμμα της κατάλαβα ότι είχε τελειώσει σαν άντρας. Ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι για να κοιμηθεί. Εκείνη σηκώθηκε, και πήγε να πάρει την κουβέρτα της για να κοιμηθεί στο σαλόνι. Την αρπάζει από τη μέση και την ξαπλώνει πίσω αρχίζοντας να την χαϊδεύει. ''όχι δεν θέλω'' του λέει '' ''Όχι'' εμένα δε θα με λες''. Την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την βιάζει. Και εκείνη, με ένα βλέμμα αηδίας, του απάντησε ''μπορείς να με κάνεις ότι θες, αλλά δεν νιώθω τίποτα''. Έκανε τον σκύλο βόλτα στην παραλία. Ούτε το σκυλί δεν τον χώνευε. Απλά του άρεσε να το παίρνει και να βρίσκει δικαιολογία να φύγει από το σπίτι και να σκέφτεται. Τότε του ρθε η ιδέα να βρει καμιά γκόμενα.Έβγαλε το κολάρο από τον σκύλο και τον άφησε να φύγει. Αυτό άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα γίνεται για να μη ξαναδεί τα μούτρα του. Μπήκε στο αμάξι και έφυγε.Η συμβίωση έγινε συγκατοίκηση, προς χάρη των παιδιών και λόγω του γεγονότος ότι ο εγωισμός του δεν μπορούσε να δεχτεί ότι εκείνη είχε ήδη φύγει ακόμα κι αν ζούσε εκεί. Και αυτό τον έκανε ακόμα πιο σκληρό.

Με το που κατάφερε να πουλήσει το εξοχικό, έβαλε όλα τα χρήματα σε 3 αγώνες. Είχε στείλει ανταποκριτή στον αγώνα που φοβόταν περισσότερο να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της Μάλαγα με το Μπιλμπάο. Η Μάλαγα ήθελε νίκη για να πετύχει την άνοδο στην Primera Division και το Μπιλμπάο ήταν ήδη πεσμένο. Τα νέα δεν ήταν καλά. Οι φήμες ήταν έντονες ότι Μάλαγα τα είχε αρπάξει από τους μπουκς για να μην κερδίσει, έλεγαν οι πληροφορίες που είχε. Πράγμα λογικό όταν άνθρωποι παίζουν τεράστια ποσά σε ''σίγουρους'' αγώνες και οι μπουκς παρατηρούν την υπερφόρτωση ενός αγώνα. Είχε γίνει έξω φρενών. Μα πιο πολύ με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να προβλέψει αυτήν την εξέλιξη. Το βράδυ αποφάσισε να κοιμηθεί σε ξενοδοχείο και να μη της το πει. 

''Νομίζεις ότι μιλάς με κανέναν φελλό στο είδος του στοιχήματος? με κανένα βλαχοτζογαδόρο? Έχω δει στη ζωή μου πάνω από  10.000 ώρες ποδόσφαιρο. Α παράτα μας ρε, που θα με μιλήσεις εμένα για τζόγο. Χθεσινέ'' έλεγε στον γνωστό του που αμφισβητούσε τα λεγόμενα του. ''Εγώ έχω μάθει στη ζωή μου να παίζω σωστά. Το παν είναι να παίζεις σωστά κι ας χάσεις'', έλεγε με έπαρση. Η κοσμοθεωρία του βρήκε εφαρμογή στον εντοπισμό αγώνων για στοιχηματισμό που η μια ομάδα είχε μεγαλύτερο κίνητρο να κερδίσει έναντι της άλλης. Και εκεί πάντα αποφάσιζε να τα βάζει όλα όσα είχε. 

Το καλοκαίρι του 89' έκαναν τον μήνα του μέλιτος στο εξοχικό του πατέρα του. Μόλις χώνεψαν το μεσημεριανό, πήραν τις πετσέτες τους και τράβηξαν προς την παραλία να δούνε το ηλιοβασίλεμα. Της ορκίστηκε ότι θα την τακτοποιήσει για το υπόλοιπο της ζωής της. Τα αστέρια ξεπρόβαλαν και ο ουράνιος θόλος φαινόταν σαν ένα κινηματογραφικό πανί που κάτω απ αυτό οι 2 ερωτευμένοι ξάπλωσαν γυμνοί στην αμμουδιά και κάναν έρωτα. Την ήθελε από παιδί και τα ρίσκαρε όλα για να την κατακτήσει.Την ώρα που την κοίταζε στα μάτια ένιωσε πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Μπορεί να ήταν τρελός και απρόβλεπτος αλλά ήξερε ότι είχε παίξει σωστά.


 










Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

καθρέφτης


Κουβαλούσε πάντα πάνω του την μπόχα της αγαμίας, της ανάγκης να συνυπάρξει μ' έναν άλλον άνθρωπο, φυσικά μαζί με την ανυπόφορη δυσοσμία της ιδρωτίλας από το υπερβολικά παχύσαρκο σώμα του. Η μόνη ερωτική σχέση που είχε στη ζωή του ήταν με το φαγητό και ήταν μάλιστα και πάρα πολύ καλός μάγειρας σε φημισμένο εστιατόριο. Στο σπίτι του είχε μόνο ένα καθρεφτάκι στο μπάνιο για να ξυρίζεται και να χτενίζεται. Κάθε φορά που βρισκόταν έξω και περνούσε από καθρέφτες έκανε πως δεν έβλεπε.

Όταν εμφανίστηκε η Χριστίνα για τη θέση του του βοηθού μάγειρα, εισηγήθηκε αμέσως να την προσλάβουν χωρίς να κοιτάξει τους άλλους υποψήφιους καν. Ήταν πολύ όμορφη για να προσληφθεί με αξιοκρατικά κριτήρια. Ένα αγγελούδι που άρχισε να μπαίνει στις επιθυμίες του και δεν τον άφηνε να την ξεχάσει. Όσο δουλεύανε μαζί ήταν κύριος και δεν εκδήλωνε ποτέ αυτό που τον έκαιγε. Όταν γύριζε σπίτι του θυμόταν την κάθε της κίνηση, το κάθε της χαμόγελο. Έφτιαχνε ερωτικές ιστορίες στο κεφάλι του ότι κάποτε θα την κατακτούσε και θα ζούσε ευτυχισμένος μαζί της για πάντα. Κάθε φορά που τον έπαιζε, εκείνη σκέφτονταν και έφτανε σε τεράστιους οργασμούς. Τους καλύτερους οργασμούς που είχε βιώσει στο μοναχικό αφιλόξενο σώμα του. Είχε φτιάξει ένα παράλληλο σύμπαν σωτηρίας από την κόλαση του εαυτού του με το κορίτσι στο επίκεντρο. Όσο η επιθυμία του για εκείνη μεγάλωνε, τόσο ένιωθε άσχημα για την εμφάνισή του, για τους τρόπους του, για τον χαρακτήρα του και τόσο πιο κρύος κι αυστηρός γινόταν μαζί της όταν έκανε κάποιο λάθος. Μια φωνή μέσα του έλεγε ότι όλα όσα σκέφτεται είναι λάθος. Όλα όσα φανταζόταν ήταν λάθος γιατί όλα όσα ήθελε ήταν λάθος.

Η απόφαση του να αλλάξει τα πάντα δεν άρχισε να έρθει. Αγόρασε έναν μεγάλο καθρέφτη και τον τοποθέτησε στο σαλόνι του. Έβγαλε τα ρούχα του και κοιτάχτηκε. Τον έπιασε αναγούλα. Ήθελε να εξαφανίσει μια και καλή εκείνο που έβλεπε. Το βράδυ δεν έφαγε τίποτα. Στις 5 ώρες η λιγούρα άρχισε να τον τρώει με τόση δύναμη όσο αυτή των πρώτων ωρών που κόβεις το τσιγάρο. Μάζεψε μια τεράστια δύναμη που είχε μέσα του και δεν ήξερε καν ότι υπήρχε και κατέπνιξε κάθε επιθυμία . Οι πρώτες 5 μέρες ήταν πάρα πολύ δύσκολες αλλά είχε σύμμαχο την πίστη στον σκοπό του ότι μια μέρα θα καταφέρει εκείνο που εύχονταν. Κάθε φορά που είχε την ευκαιρία να χλαπακιάσει κάτι στην κουζίνα του εστιατορίου εμφανίζονταν ένα τεράστιο τοίχος να βάλει το χέρι του στα μοσχομυριστά κρέατα. Έτρωγε μόνο ένα πιάτο το μεσημέρι για να αντέξει. Φυσικά με ότι καλύτερο του ερχόταν η όρεξη. Το μεσημεριανό του ήταν κάτι σαν το προαύλιο στη φυλακή. Στα πρώτα 10 κιλά που έχασε άρχισε η αυτοπεποίθησή του να παίρνει τα πάνω της, ενώ οι φαντασιώσεις του για την υπάλληλο γινόταν όλο και εντονότερες. Φανταζόταν τον εαυτό του ως ωραίο άνδρα, καλογυμνασμένο Είχε βάλει μάλιστα και προσωπικό στόχο, όταν φτάσει τα 120 κιλά να αρχίσει να εκδηλώνεται. Είχε ξεκινήσει και γυμναστήριο. Κόντεψε να σπάσει τον διάδρομο. Τα παιδιά γύρω του γελούσαν όταν τον κοιτούσαν αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε μια ατσαλένια θέληση, μια πίστη βουνό και τίποτε δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στα όνειρά του. Όταν τα κιλά γινόταν ακόμα πιο δύσκολα να τα χάσει, έβαζε στο μυαλό του εκείνη να του χαμογελάει και συνέχιζε ακάθεκτος. Σαν άλλος Ρόκυ Μπαλμπόα μεταμορφωμένος σε ιπποπόταμο, έκανε κάμψεις και έτρεχε ώρες στα πάρκα υπό τους ήχους του 'Gonna fly now'. Τι κι αν μέσα στον ενθουσιασμό του κατεδάφισε τη μπάρα του γυμναστηρίου καθώς προσπαθούσε να κάνει έλξεις και το όργανο δεν άντεξε και ξάπλωσε στο έδαφος μαζί του καθώς γελούσε όλος ο κόσμος, αισθάνονταν δυνατός. Είχε ξαναβρεί την πίστη στον εαυτό του.

Στα 100 κιλά, άρχισε να παίρνει κι άλλες αποφάσεις. Μίλησε με τον ιδιοκτήτη και του ζήτησε να γίνει συνέταιρος στο εστιατόριο κι ο ιδιοκτήτης το δέχτηκε. Η Χριστίνα έδειχνε να τον συμπαθεί και να τον εμπιστεύεται περισσότερο τώρα που αδυνάτισε ή τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβανόταν ο ίδιος.  Το κορίτσι είχε σχέση μ' έναν  έμπορο που οι ιδέες του πέσαν έξω και χρωστούσε παντού. Άρχισε σιγά σιγά να ανοίγεται στον πρώην χοντρό. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να πιστέψει τέτοια εξέλιξη. Είχε μέρες ο γκόμενος της να την πάρει μετά τη δουλειά με το μηχανάκι του και άρχισε να νιώθει ότι το όνειρο του είχε βάσιμες ελπίδες. Ξεκίνησε να πηγαίνει στα μπουρδέλα πιο συχνά για να μάθει καλύτερα την τέχνη του σεξ που τόσο στερήθηκε. Ήθελε να είναι προετοιμασμένος. Μόνο ένα πράγμα του έλειπε εκείνη τη στιγμή, να εκδηλωθεί. Να της δείξει πόσο πολύ την ήθελε. Ο ιδιοκτήτης που ήταν και ο μόνος του φίλος άρχισε να τον συμβουλεύει. Την μέρα των γενεθλίων της της πήρε ένα παιδικό χνουδωτό παπαγάλο. Της το έδωσε με τρεμάμενα χέρια. Η κοπέλα για πρώτη φορά τον κοίταξε με μια ματιά επιθυμίας. Δεν ξέχασε ποτέ του εκείνο το βλέμμα.

Μια μέρα τον πήρε τηλέφωνο για να βγούνε. Είχε πέσει στα 90 κιλά και φαινόταν κανονικός άντρας. Ήταν απόλυτα προσηλωμένος στον στόχο. Δεν υπήρχαν περιθώρια λάθους. Με το που άρχισαν να μιλάνε στο μπαρ της ακουμπούσε διακριτικά το χέρι. Άρχισε να νιώθει την έλξη της και για μια στιγμή τα είχε χάσει. Μια αδιόρατη δύναμη, η ίδια πιθανώς που τον οδήγησε στην σκληρή δίαιτα και χωρίς να έχει κανέναν έλεγχο πάνω της, τον οδήγησε να την φιλήσει. Η κοπέλα τον φίλησε πίσω. Πήγαν σπίτι του και ξάπλωσαν μαζί. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ένιωθε εκείνη την ώρα σαν τον Ζαγοράκη που σηκώνει το κύπελλο Ευρώπης 2004. Όταν τελείωσαν, εκείνη χώθηκε στα μπράτσα του και έκλεισε τα μάτια της. Καθώς το χέρι του άρχιζε να μουδιάζει από το βάρος της, την άκουγε να βαραίνει η ανάσα της και να μετατρέπεται σε ροχαλητό, αλλά δεν τον πείραζε. Λίγη ομορφιά μέσα στον ατέλειωτο χειμώνα, του αρκούσε να βγάλει από πάνω του για λίγο εκείνη την μπόχα.

Άρχισε να κάνει σχέδια για το μέλλον. Να νοικιάσει ένα μεγαλύτερο σπίτι. Να βλέπουνε οι 2 τους ταινίες αγκαλιά. Να κάνουνε πικ νικ στο πάρκο. Να εκσπερματώνει μέσα της καθώς τον εκλιπαρεί να κάνουνε παιδιά. 2 μέρες αργότερα, κι αφού μετρούσε τις μέρες βασανιστικά μέχρι να την ξαναδεί, της έστειλε μήνυμα να ξαναβγούνε. Η κοπέλα ενώ στην αρχή δέχτηκε την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και το ακύρωσε. Την επόμενη μέρα στην δουλειά δεν του έδειξε κανένα σημάδι ότι τον ήθελε. Ο μάγειρας προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του μέχρι που είδε το μηχανάκι του γκόμενου να ξαναεμφανίζεται και να την παίρνει μακρυά του. Τρελάθηκε. Την επόμενη μέρα την απέλυσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η κοπέλα του ζήτησε συγγνώμη. Ήθελε να της εξομολογηθεί τα πάντα. ότι όλα όσα έκανε τα έκανε για εκείνη. Αλλά ήταν αργά. Έπεσε σε κατάθλιψη και άρχισε να μπεκροπίνει.Της έστελνε μηνύματα και εκείνη δεν απαντούσε.

Ο μόνος τρόπος να συνέλθει ήταν να αρχίσει να τρώει όπως παλιά. Έτρωγε σαν να μην υπάρχει αύριο. Το γυμναστήριο το έκοψε και ξαναγύρισε στις παλιές καλές συνήθειες. Όλα όσα προσπαθούσε επί μήνες διαλύθηκαν σε μια νύχτα.  Μάλωσε και με τον φίλο του τον ιδιοκτήτη και όλα άρχισαν να παίρνουν την κατηφόρα. Του γύρισε πίσω τα λεφτά της συνιδιοκτησίας και παραιτήθηκε περνώντας τους υπόλοιπους μήνες στα δικαστήρια. Σε 3 μήνες ξανάβαλε 40 κιλά. Είχε κι άλλες σχέσεις στη ζωή του αλλά καμιά από αυτές δεν τον έβαλε ξανά στην ίδια διαδικασία. Του φάνηκε ανόητο. Μια μέρα το σώμα του τον πρόδωσε και έπαθε καρδιακό. Ο γιατρός τον συνέστησε να μην τρώει. Όταν πήρε εξιτήριο ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη του σπιτιού του. Τώρα έπρεπε να σταματήσει να τρώει όχι για κάποιον άλλον αλλά για να μην πεθάνει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ευτυχισμένο και συνέχισε να κατεβάζει τα μπέργκερ το ένα μετά το άλλο.