Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

παίξε σωστά και χάσε

Κάπου στις 3 τα χαράματα, με το τσιγάρο στο χέρι, μέσα από το αμάξι του, χαιρετούσε με τα κατακόκκινα πρησμένα αγγεία στην καράφλα του 2 παιδιά που τον αναγνώριζαν και τον κοιτούσαν απορημένα, με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Αφού ήπιε και την τελευταία γουλιά από το φτηνό μπουκάλι ουίσκι, φόρεσε τη ζώνη ασφαλείας του, κλείδωσε τη μια άκρη της χειροπέδας στον καρπό του και την άλλη στο τιμόνι, άναψε τη μηχανή και έβαλε μπρος. Το αμάξι του άρχισε να κινείται κατά μήκος της προβλήτας του λιμανιού και έπεσε μέσα στη θάλασσα.Ένα μεγάλο πλαφ ακούστηκε νωρίς τα χαράματα. Το νερό άρχισε να μπαίνει ορμητικά στο σαλόνι του αμαξιού και μόλις η θάλασσα το κατάπιε όλο, εκλύθηκε μια μεγάλη μπουρμπουλήθρα. Δεν είχε καμιά διάθεση να θυμηθεί τίποτα απ' όλα όσα συνέβησαν ούτε ήθελε να ξαναδεί το φιλμ της ζωής του να ξετυλίγεται μπροστά του, καθώς το νερό είχε φτάσει μέχρι τη μέση του. Το μόνο που ψέλλισε ήταν '' Εγώ, ο Θόδωρας Βαρβατίδης θα φύγω από τη ζωή φαντάρος, και δεν θέλω να ξαναυπάρξω ποτέ''. Η στάθμη του νερού άρχισε να ξεπερνάει τη μύτη του, ενώ κατέπνιγε κάθε αντίσταση που προέβαλλε το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Ξαφνικά, του ήρθε μια τελευταία παρόρμηση για να ζήσει, ακόμα και αν πλήρωνε το τίμημα, επειδή ήθελε μόνο να θυμάται για πάντα εκείνη τη νύχτα στην παραλία, κάτω απ' τ 'αστέρια. Όσο το αμάξι βούλιαζε προς τον πυθμένα της θάλασσας, ξεκίνησαν οι πρώτοι σπασμοί και το σώμα του άρχισε να σπαρταράει μέσα στην απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε κάτω από την επιφάνεια του νερού. Οι ακούσιες κινήσεις του άρχισαν να μειώνονται καθώς το οξυγόνο στα πνευμόνια του λιγόστευε. Το θαλασσινό νερό άρχισε να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια του και εκεί άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του μέχρι να γίνει όλος μπλε. Μια τελευταία φυσαλίδα βγήκε από το στόμα του.

''Να παραδοθείς, Θόδωρε, να μην αφήσεις τα παιδιά σου χωρίς πατέρα'' , του είπε ο φίλος του στο τηλέφωνο.
'' Δεν ξέρω τι θα κάνω ακόμα Βαγγέλη''  του απάντησε καθαρίζοντας τις μύξες από τα δάκρυά του.
''Να ηρεμήσεις, να τα βάλεις όλα κάτω και να σκεφτείς, ότι έγινε έγινε. Σε λίγα χρόνια θα σαι έξω, το δικαστήριο θα δείξει επιείκεια ''
''Εντάξει, σ' ευχαριστώ πολύ για όλα''
Πριν κλείσει το τηλέφωνο, το είχε ήδη αποφασίσει. Δεν θυμόταν λέξη από αυτά που του πε, δεν καταλάβαινε καν γιατί τον είχε πάρει τηλέφωνο. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε μια κόλλα χαρτί και έγραφε '' Στα δυο μου παιδιά, Μιχαλάκη και Μαρία, Δεν ζητώ να με συγχωρέσετε, έπαιξα και έχασα. Σας ευχαριστώ πολύ για όλες τις στιγμές που μου χαρίσατε, σας αγαπώ πολύ, είστε τακτοποιημένοι''. Αφού σκούπισε τα δάκρυά του, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του και καθώς έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια μεγάλη ανάσα. Έβαλε τα κλειδιά του στην τσέπη και έτρεξε προς τ' αμάξι του. Στον δρόμο έτρεχε σαν μανιακός. Είχε μπει στην λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας και έτρεχε πάνω από 180 κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα του στα μπροστινά αμάξια που πήγαιναν αργά. Ένας οδηγός προσβεβλημένος από τα κορναρίσματα και τα αλλεπάλληλα σήματα να πάει δεξιότερα και να τον αφήσει να περάσει, μουλάρωσε και ελάττωσε ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή ο Θόδωρος βρίζοντας πάτησε τέρμα το γκάζι και άρχισε να τον εμβολίζει από πίσω. Ο οδηγός από την τρομάρα του έφυγε στη δεξιά λωρίδα γρήγορα χωρίς καν να κονράρει. Έφτασε στο λιμανάκι ράκος και αποφάσισε να περάσει τις τελευταίες του στιγμές στην ησυχία. Ήταν ανακουφισμένος που δεν θα υπήρχε αύριο για να ξυπνήσει.

Μόλις άρχισε να εξέρχεται από την πύλη της τρέλας αποπροσανατολισμένος, σαν ένα πολύ άσχημο εφιάλτη που συνεχίζει να ζει και βλέπει τα ερείπια που άφησε γύρω του. Αναρωτήθηκε αν είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι το τρίτο μαχαίρι της κουζίνας το χαλασμένο. και αν έχει αυτό στο χέρι του τότε τα άλλα 2 πού είναι? Με το που σηκώνεται γλίστρησε στην λίμνη του αίματος και έπεσε στο πάτωμα. Η άρνησή του να πιστέψει την ζοφερή πραγματικότητα στην οποία βρισκόταν τον οδήγησε σε λυγμούς. Μετά βίας πήγε στο μπάνιο να καθαρίσει τα αίματα. Έβγαλε όλα του τα ρούχα και κάθισε κάτω από τη ντουζιέρα. Το νερό ήταν παγωμένο. H πραγματικότητα ήταν ένα παγωμένο νερό που έπεφτε στο σώμα του καθώς ούρλιαζε. Και όσο πιο πολύ ούρλιαζε τόσο πιο κρύο γίνονταν το νερό και τόσο πιο αντιπαθής γίνονταν στον εαυτό του. Με το που τελείωσε το μαρτύριο και τους κόκκινους αφρούς τους ρούφηξε ο νιπτήρας, άλλαξε ρούχα και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Απλά ήθελε με κάποιον να μιλήσει. Ο πρώτος που του ήρθε στο μυαλό ήταν ο φίλος του.
''Παρακαλώ?''
''Έλα Βαγγέλη, ο Θόδωρος είμαι''
''πώς μας θυμήθηκες νυχτιάτικα τέτοια ώρα?''
'' Δεν είμαι καλά''
''Τι έγινε?''
''να ξέρεις, εγώ γεννήθηκα άντρας και θα αναλάβω τις ευθύνες μου'' υψώνοντας τη φωνή του
''τί έγινε χριστιανέ μου, τρομάζω'' 
'' Μόλις έσφαξα τη γυναίκα μου''

Έβαλε με δυσκολία τα κλειδιά στην πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα. Μέσα στην κουζίνα ακούγονταν μπουζουκοτραγούδια από το ραδιόφωνο. Είδε κάτι χάρτινες κούτες με σεμεδάκια ασημικά και διάφορα άλλα πακεταρισμένα είδη προικός. Κράτησε την υπομονή του, και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει σε βαθύ ύπνο. Αλλά εκείνο το κωλο- ραδιόφωνο που έπαιζε δεν τον άφηνε. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμηξε στην κουζίνα φωνάζοντας 
''Θα το κλείσεις μωρή το γαμημένο? έχω να κοιμηθώ 3 μέρες και ήρθα να ξεκουραστώ''
Παίρνει το ραδιόφωνο με δύναμη και το εκσφενδονίζει στον τοίχο. Έγινε χίλια κομμάτια.
''Ρε βλαχάκι, ρε τυρόγαλο, που σε πήρα από τους γύφτους του χωριού σου και σ' έφερα στην πόλη να σε κάνω άνθρωπο, άδειασε μας τη γωνιά από δω πέρα, α παράτα μας ρε, τυρί ε τυρί, μυζήθρα'' φώναξε μέσα στα νεύρα, κατευθυνόμενος ξανά προς το κρεβάτι του ενώ δεν πήρε καμιά απάντηση από τη γυναίκα του. Ξαπλώνει ξανά στο κρεβάτι παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ήταν ένα ντεπόζιτο που γέμιζε τον τελευταίο χρόνο με βενζίνη και προσπαθούσε να καταπνίξει κάθε σπίθα. Ξαφνικά άρχισε πάλι να ακούγεται από μέσα αυτός ο εκνευριστικός ήχος της ηλεκτρικής σκούπας. Σπίθες έβγαλαν τα μάτια του και το ντεπόζιτο ανατινάχτηκε. Εισβάλει ξανά στην κουζίνα, και αρχίζει να κλωτσάει τη σκούπα. Η Ελένη αρχίζει να τον βαράει με το μεταλλικό σκουπόξυλο. Το γιγαντιαίο του κορμί δεν καταλάβαινε από ξύλο, είχε φάει πολύ άλλωστε σε όλη του τη ζωή. Αρπάζει το κουζινομάχαιρο και την κυνηγάει. Η πρώτη μαχαιριά την βρήκε στην πλάτη. Οι υπόλοιπες 25 και αφού είχε αλλάξει και 3 μαχαίρια, στο κεφάλι το λαιμό και το στήθος. Χτυπούσε με δύναμη το μαχαίρι στο κεφάλι της μέχρι να το ανοίξει στη μέση. Όταν βρισκόταν στη ζώνη του λυκόφωτος είχε χάσει τελείως το μέτρημα και συνέχιζε να την μαχαιρώνει μέχρι να μην μείνει κομμάτι της που την θύμιζε.

Είχε μπει αποφασισμένος εκείνο το απόγευμα στο καζίνο με σκοπό ή να ρεφάρει ή να πάει στην κόλαση. Όταν έμπαινε στη δίνη του τζόγου, ήταν για αυτόνα πάντα ένα παιχνίδι με το θάνατο. Η ρέντα τον είχε αφήσει εδώ και ένα χρόνο και απέφευγε να παίζει τακτικά. Η πίστη είναι σαν να παίζεις στη ρουλέτα. Ελπίζεις πως θα κερδίσεις σε κάθε παρτίδα, μέχρι να σου τελειώσουν τα χρήματα. Και όταν του τέλειωσαν, έβγαλε το καρνέ των επιταγών και έκανε σε μάρκες όσες καταθέσεις του είχαν μείνει. Κάθε φορά που γύριζε η μπίλια την κοιτούσε με ένα μάτι αιμοβόρο, έτοιμο για 3ο παγκόσμιο πόλεμο ''έλα μωρή γαμιόλα, τόλμα να μη μου κάτσεις ούτε τώρα'' και κάθε φορά που αυτή καθόταν κάπου αλλού αυτός ανατινάζονταν σαν ένα ηφαίστειο που ανάβλυζε λάβα από τα έγκατα της κολάσεως. Και έτσι η χασούρα συνεχίστηκε και κάθε φορά αύξανε το ποντάρισμα μέχρι να μείνει σχεδόν χωρίς περιουσία.Δυο φουσκωτοί χωρίς λαιμό, με πρόσωπο μπουλντόγκ τον οδήγησαν στην έξοδο κρατώντας τον από τα μπράτσα καθώς αντιστέκονταν και φώναζε έξαλλος ''για φτύσιμο είστε οι περισσότεροι, για ροχάλα στη μάπα''. Αφού τον ηρέμησαν ήρθε ένας κοντός με μούσι και συζήτησαν για μερικά λεπτά μαζί. Με το που πήγε να ξαναχάσει την υπομονή του οι φουσκωτού του έκαναν κεφαλοκλείδωμα και του ρίξαν μερικά χαστούκια. Τον ανάγκασαν να τους κόψει ακόμα μια επιταγή και τον άφησαν να πάρει το αμάξι από το πάρκινγκ για να φύγει.     

Γύρισε ξημερώματα πτώμα. Το σπίτι είχε μια ύποπτη ηρεμία λίγο πριν ξεσπάσει η τρικυμία. Εκείνη καθόταν στο μπαλκόνι και έκανε τσιγάρο. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών άναψε τα φώτα και τα παιδιά δεν ήταν εκεί. Είχαν φύγει για τις διακοπές του Πάσχα στη γιαγιά τους, στο Μελισσοχώρι Λάρισας. Στο τραπέζι της κουζίνας είδε ένα φάκελο. Ανοίγοντάς τον είδε φωτογραφίες του εαυτού του με τη Ρουμάνα γκόμενα του. Την είχε γνωρίσει σ'ένα εξωτικό κολλάδικο ονόματι ''Κοσμοπόλιταν'' με διάφορους θαμώνες της κοσμικής Λαχαναγοράς. Βλέποντας τις φωτογραφίες γύρισε το τραπέζι ανάποδα και έριξε όλα τα βάζα και τα τασάκια. Στη συνέχεια το σήκωσε και το πέταξε στο τζάμι του Μπαλκονιού. Η Ελένη, εξοργισμένη του λέει ''Από αύριο θα μιλάς με τον δικηγόρο μου. Ως εδώ. Οι μέρες της τυραννίας σου τελείωσαν'' Η απάντηση του ήταν σφοδρή ''Να τα μαζέψεις τώρα και να φύγεις από το σπίτι'' ''Αυτό το σπίτι είναι και δικό μου. Δεν πάω πουθενά, εσύ θα φύγεις. Να πας στη γκαρσονιέρα που πληρώνεις στη γκόμενα σου''  

''Όλος μου ο γάμος είναι τον τελευταίο χρόνο μια συγκατοίκηση στα χαρακώματα. Η καριόλα θέλει διαζύγιο. Θα μου κλάσει τ' αρχίδια. Η άχρηστη κάθεται όλη μέρα και βλέπει τηλεόραση και την ταΐζω. Δεν της δίνω φράγκο'' καθώς βαρούσε το χέρι του στο τραπέζι απευθυνόμενος στη Ρουμάνα. Την ίδια μέρα η Ελένη είχε την φαεινή ιδέα να προσλάβει ντέντεκτιβ. Είχε χαρεί τόσο πολύ με αυτή την ιδέα να απαλλαγεί μια και καλή από τον ασύδοτο τραμπούκο, που άμα του έκανε καμιά μαλακία, θα της έπαιρνε το κεφάλι, αλλά άμα αυτός θα της έκανε κάτι αυτή θα έπρεπε να κάνει μόκο.   

Η μέρα που η Ελένη το έμαθε ήταν η μέρα που άλλαξαν τα πάντα στο σπίτι. Μόλις είδε το βλέμμα της κατάλαβα ότι είχε τελειώσει σαν άντρας. Ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι για να κοιμηθεί. Εκείνη σηκώθηκε, και πήγε να πάρει την κουβέρτα της για να κοιμηθεί στο σαλόνι. Την αρπάζει από τη μέση και την ξαπλώνει πίσω αρχίζοντας να την χαϊδεύει. ''όχι δεν θέλω'' του λέει '' ''Όχι'' εμένα δε θα με λες''. Την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την βιάζει. Και εκείνη, με ένα βλέμμα αηδίας, του απάντησε ''μπορείς να με κάνεις ότι θες, αλλά δεν νιώθω τίποτα''. Έκανε τον σκύλο βόλτα στην παραλία. Ούτε το σκυλί δεν τον χώνευε. Απλά του άρεσε να το παίρνει και να βρίσκει δικαιολογία να φύγει από το σπίτι και να σκέφτεται. Τότε του ρθε η ιδέα να βρει καμιά γκόμενα.Έβγαλε το κολάρο από τον σκύλο και τον άφησε να φύγει. Αυτό άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα γίνεται για να μη ξαναδεί τα μούτρα του. Μπήκε στο αμάξι και έφυγε.Η συμβίωση έγινε συγκατοίκηση, προς χάρη των παιδιών και λόγω του γεγονότος ότι ο εγωισμός του δεν μπορούσε να δεχτεί ότι εκείνη είχε ήδη φύγει ακόμα κι αν ζούσε εκεί. Και αυτό τον έκανε ακόμα πιο σκληρό.

Με το που κατάφερε να πουλήσει το εξοχικό, έβαλε όλα τα χρήματα σε 3 αγώνες. Είχε στείλει ανταποκριτή στον αγώνα που φοβόταν περισσότερο να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της Μάλαγα με το Μπιλμπάο. Η Μάλαγα ήθελε νίκη για να πετύχει την άνοδο στην Primera Division και το Μπιλμπάο ήταν ήδη πεσμένο. Τα νέα δεν ήταν καλά. Οι φήμες ήταν έντονες ότι Μάλαγα τα είχε αρπάξει από τους μπουκς για να μην κερδίσει, έλεγαν οι πληροφορίες που είχε. Πράγμα λογικό όταν άνθρωποι παίζουν τεράστια ποσά σε ''σίγουρους'' αγώνες και οι μπουκς παρατηρούν την υπερφόρτωση ενός αγώνα. Είχε γίνει έξω φρενών. Μα πιο πολύ με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να προβλέψει αυτήν την εξέλιξη. Το βράδυ αποφάσισε να κοιμηθεί σε ξενοδοχείο και να μη της το πει. 

''Νομίζεις ότι μιλάς με κανέναν φελλό στο είδος του στοιχήματος? με κανένα βλαχοτζογαδόρο? Έχω δει στη ζωή μου πάνω από  10.000 ώρες ποδόσφαιρο. Α παράτα μας ρε, που θα με μιλήσεις εμένα για τζόγο. Χθεσινέ'' έλεγε στον γνωστό του που αμφισβητούσε τα λεγόμενα του. ''Εγώ έχω μάθει στη ζωή μου να παίζω σωστά. Το παν είναι να παίζεις σωστά κι ας χάσεις'', έλεγε με έπαρση. Η κοσμοθεωρία του βρήκε εφαρμογή στον εντοπισμό αγώνων για στοιχηματισμό που η μια ομάδα είχε μεγαλύτερο κίνητρο να κερδίσει έναντι της άλλης. Και εκεί πάντα αποφάσιζε να τα βάζει όλα όσα είχε. 

Το καλοκαίρι του 89' έκαναν τον μήνα του μέλιτος στο εξοχικό του πατέρα του. Μόλις χώνεψαν το μεσημεριανό, πήραν τις πετσέτες τους και τράβηξαν προς την παραλία να δούνε το ηλιοβασίλεμα. Της ορκίστηκε ότι θα την τακτοποιήσει για το υπόλοιπο της ζωής της. Τα αστέρια ξεπρόβαλαν και ο ουράνιος θόλος φαινόταν σαν ένα κινηματογραφικό πανί που κάτω απ αυτό οι 2 ερωτευμένοι ξάπλωσαν γυμνοί στην αμμουδιά και κάναν έρωτα. Την ήθελε από παιδί και τα ρίσκαρε όλα για να την κατακτήσει.Την ώρα που την κοίταζε στα μάτια ένιωσε πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Μπορεί να ήταν τρελός και απρόβλεπτος αλλά ήξερε ότι είχε παίξει σωστά.


 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου