Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ο κωλόγερος & η θάλασσα

Κάθε μέρα έφευγε και ένα κομμάτι του στην θάλασσα που ονειρεύονταν. Η ώρα είχε πάει 10 μμ και οι γέροι στο γηροκομείο ροχάλιζαν του καλού καιρού σαν κομπρεσέρ. Ακόμα και η καταραμένη γρια με την άνοια, στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν, ωστόσο συνέχιζε να παραμιλάει στον ύπνο της ότι την κλέβανε. Ο κωλόγερος, φορώντας το κουστούμι του, με την καρτ ποστάλ της παραλίας στο στήθος του, ξαπλωμένος ανάσκελα, είχε αποφασίσει να εκτελέσει το σχέδιο της απόδρασης του που τόσο καιρό σχεδίαζε. Δυο χειρουργικά ανοίγματα στο στήθος, ένα στον προστάτη λόγω καρκίνου και μια παραφροσύνη, δεν ήταν αρκετές να τον κρατήσουν στο δωμάτιο του γηροκομείου. Αν αυτά που παραμιλούσε η γριά ήταν αλήθεια, θα ήταν πλούσιος το επόμενο πρωί και θα έχτιζε ένα αυθαίρετο κοντά στην παραλία της καρτ ποσταλ. Παιδιά-σκυλιά-εγγόνια-περιουσία δεν είχε, εκτός από μια πλούσια συλλογή από κάθε χρώματος χάπια. Ήταν ένα κουρασμένο κορμί που έκανε το λάθος να παρατείνει τη μίζερη ζωή του επειδή φοβόταν τον θάνατο.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε προς το συρτάρι της γριάς, έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού της, πήγε και τράβηξε από τον λαιμό της το κρεμαστό που είχε μαζί με έναν σταυρό και το κλειδάκι από ένα σεντούκι. Η γριά αμέσως άνοιξε τα μάτια και φώναξε ''βοήθεια ληστεία''. Πριν προλάβει να υψώσει τον τόνο της φωνή της έχωσε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με όση  δύναμη του είχε απομείνει την πίεζε. Μπορεί να έτρεμε και να αντιστεκόταν, αλλά το σώμα της παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Χάρη της έκανε, ήταν το δώρο του προς εκείνη και προς εκείνον γιατί τόσα χρόνια του τα είχε πρήξει και στο πρόσωπό της εκδικούνταν όλους τους μαλάκες του γηροκομείου.

Άνοιξε προσεκτικά το παράθυρο του δωματίου, έριξε το Π απαλά στο χορτάρι, ώστε να μην κάνει θόρυβο και ευχήθηκε να μην σπάσει κανένα κόκαλο καθώς πηδούσε από το μισό μέτρο. Κάτι ένιωσε να πονάει στη μέση και τους γλουτούς, αλλά σηκώθηκε και συνέχισε προς τον φράχτη. Είχε γερή κράση. Εκεί έβγαλε το ψαλίδι του κηπουρού που του το είχε κλέψει μια μέρα και έκοψε σιγά σιγά τα σιδερένια δίχτυα. Αφού τα έσπρωξε με το Π του, βγήκε κύριος στον δρόμο και κάλεσε ταξί.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της γριάς, γνωρίζοντας ότι δεν κατοικεί κανένας, μιας οι υπόλοιποι περιμένανε με αγωνία να πεθάνει για να κληρονομήσουν το σπίτι. Η γριά ήταν όλα αυτά τα χρόνια ένα φτωχό παράσιτο που έβλεπε όλη τη μέρα τηλεόραση και ζούσε εις βάρος των άλλων που εύχονταν να πεθάνει. Κανένας επισκέπτης της, δεν την πίστευε  και όλοι χαμογελούσαν ειρωνικά με τα παραμιλητά της ότι είχε λίρες κρυμμένες σε κάποιο σεντούκι. Κανένας πάντως δεν είχε μπει στο σπίτι που μύριζε ξηραμένα κόπρανα της γριάς πασαλειμμένα στους τοίχους, ύστερα από ένα παραλήρημα που είχε, λίγο πριν μπει μέσα, ότι εισέβαλλαν οι κλέφτες, γιατί το σπίτι ήταν άνω κάτω. Κανένας από το σόι της δεν πίστεψε την ίδια ιστορία που επαναλάμβανε στον κωλόγερο κάθε μέρα .Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ψάξει σωστά. Το σεντούκι ήταν κρυμμένο σε μια τρύπα πίσω από το εικονοστάσι. Το πήρε, το ξεκλείδωσε και το άνοιξε. Εκεί βρήκε 500 δολάρια που τις τα είχε στείλει ο άντρας της όταν ζούσε. Αυτός ήταν όλος και όλος ο θησαυρός της μακαρίτισσας. Το μόνο που μπορούσε να αγοράσει ήταν μια μικρή τετράχρονη γουρούνα για να πάει στην παραλία που δεν απείχε και πολύ. Εξάλλου μόλις είχε διαρρήξει το σπίτι της μάνας του κι έπρεπε να την κάνει. Έριξε έναν ύπνο αφού πήρε τα χάπια του και ξεκίνησε το επόμενο πρωί για την αντιπροσωπεία μηχανών.   


Αφού γέμισε το ντεπόζιτο με βενζίνη, έβαλε το κωλοΠ του στο πίσω μέρος της μηχανής και την καβάλησε. Άρχισε να τρέχει στα ανοιχτά του δρόμου, με τη σπίθα στην καρδιά του, μυρίζοντας ελευθερία και ανακαλύπτοντας κάθε δευτερόλεπτο τη διαδρομή. Θυμήθηκε ότι μια ζωή είχε κουραστεί να τρέχει χωρίς σκοπό.Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να παρκάρει τη μηχανή του και να σταματήσει τη διαρκή του ανυπαρξία μπροστά στο μαγικό τοπίο, το οποίο επιθυμούσε τόσο καιρό να το επισκεφτεί και να βρει τη γαλήνη του. Κάθε χιλιόμετρο που περνούσε, ένιωθε να γεμίζει ακόμα περισσότερο με την σκέψη ότι βρήκε επιτέλους ένα μέρος τόσο όμορφο και καθαρό και θα χανόταν σε αυτό με τις ώρες χαζεύοντας την παραλία και το δάσος που βρίσκονταν πίσω από αυτήν. Να εισπνεύσει τη μυρωδιά της θάλασσας και των άγριων φυτών που θα υπήρχαν μέσα στο δάσος ακούγοντας τους ήχους των πουλιών που ζούσαν λίγο πιο βαθιά μέσα του.

Σε λίγα λεπτά έφτανε σύμφωνα με τον χάρτη στην τελευταία στροφή. Με το που έφτασε, παράτησε τη μηχανή χωρίς να κοιτάξει πίσω του αν την κλείδωσε. Ο καιρός δεν του έκανε το χατίρι και άρχισε να περπατάει στη συννεφιά. Μπήκε μέσα στο δάσος. Με το που πάτησε τα πόδια του τον έπιασε μια θλίψη. Ήταν σκοτεινό, καμένο από εμπρησμό, άηχο και άοσμο. περπατούσε στα αποτεφρωμένα δέντρα και δεν άκουγε τίποτα, γιατί δεν υπήρχε καμιά ζωή μέσα τους. Το μόνο που τον ανατρίχιαζε ήταν ότι τα δέντρα ήταν όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.Έβλεπε μόνο στάχτες και έτσι, προχώρησε προς την παραλία, λέγοντας στον εαυτό του 'δεν πειράζει, δε γίνεται να τα έχουμε όλα έστω, ας είναι όμορφη η παραλία και ήρεμη να την απολαύσω ακουμπώντας τα πόδια μου στην αμμουδιά'. Ξαφνικά άρχισε να ακούει τα κύματα της θάλασσας, έτρεξε προς τον ήχο της σαν τρελός, σαν να ταν η τελευταία φορά που θα έτρεχε στη ζωή του.Έτρεχε θέλοντας να γλιτώσει από τον θάνατο και έφτασε στην παραλία που ήταν η ίδια της καρτ ποστάλ αλλά τραβηγμένη πριν χρόνια όταν ήταν ακόμα έρημη, καθαρή και της είχε απονεμηθεί το βραβείο της γαλάζιας σημαίας που είχε χάσει προ πολλού. Είδε μπροστά του μια παραλία όμορφη σε σχήμα, αλλά κατεστραμμένη  από κάθε είδος ανθρώπου και ζώου που είχε πατήσει πάνω της και γεμάτη σκουπίδια. Το γαλάζιο είχε γίνει ένα εμετικό καφέ. Τα κύματα τότε έσκαγαν τόσο δυνατά που ήταν αδιανόητο να κολυμπήσει κανείς σ' αυτήν. Σύντομα άρχισε να βρέχει και να φυσάει δυνατά. Η θάλασσα εκδικούνταν όλους αυτούς που κατέστρεψαν την παραλία της και έτσι όπως την κοίταξε κατάλαβε τα πάντα για εκείνη.Έβλεπε στα μάτια της το απόλυτο χάος. Ταίριαζε με το χάος στα μάτια του. 

Προς στιγμήν αποφάσισε να φύγει απογοητευμένος,όχι μόνο γιατί δεν ήταν αυτό που περίμενε, αλλά επειδή ήξερε ότι ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξει.Πήγε να καβαλήσει τη μηχανή του με σβησμένη κάθε σπίθα της εικόνας και μυρωδιάς στο μυαλό του. Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Ακόμα και αν ήταν κατεστραμμένη και βρώμικη, αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία και να κάνει μια τελευταία βουτιά.Έβγαλε τα ρούχα του, που τα σήκωσε αμέσως ο αέρας, και γυμνός βούτηξε στα πελώρια κύματα που τον παρέσυραν στα βαθιά. Εκεί στα βαθιά όλα έμοιαζαν καλύτερα. Έριξε ένα δάκρυ χαράς που ακόμα κι έτσι βρήκε την θάλασσά του και πέθαινε σε εκείνη. Εκεί χάθηκε για πάντα μέσα της και δεν βρέθηκε το σώμα του ποτέ. Τότε ένα ισχυρό κύμα, παρέσυρε όλα τα μπάζα και τα σκουπίδια προς τα μέσα και η παραλία καθάρισε. Το επόμενο πρωί η παραλία άρχισε να μοιάζει πάλι ίδια με εκείνη της καρτ ποστάλ.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

both sides now: το χάος και η λύτρωση





Τα χέρια του τρέμουν. Και αφού οι υποψήφιοι εργοδότες από την Ηershey, δεν κατάλαβαν το ψέμα που τους πουλούσε, λέει ο DON: “I’m sorry – I have to say this because I don’t know if I’ll ever see you again. I was an orphan. I grew up in Pennsylvania. In a whore house. So I read about Milton Hershey in school, in magazines, or some crap the girls left by the  toilet… and I read that some orphans had a different life there. I could picture it. Dreamt of it. Being wanted. Because the woman who was forced to raise me would look at me every day and she hoped I would disappear. The closest I got to feeling wanted was from a girl who made me go through her johns’ pockets while they screwed. If I collected more than a dollar, she’d buy me a Hershey bar. And I would eat it. Alone. In my room. With great ceremony. Feeling like a normal kid. And it said “sweet” on the back. It was the only sweet thing in my life.”... ενώ καταρρέει με την κάθε λέξη και ταυτόχρονα οι συνεργάτες του συνειδητοποιούν ότι είναι ανεπιθύμητος. Και τότε αποφασίζει να ναι δίπλα στην κόρη του, που την έχασε επειδή ένιωθε πάντα μόνος και ήθελε να πηδάει όποια σάπια γκόμενα του κάτσει. Όποια βρεθεί στο δρόμο του να δωθεί ολοκληρωτικά. Γιατί δεν ήθελε να ναι μόνος. 
...Κι αφού έχασε και τη γυναίκα του και τη δουλειά του, πήρε βόλτα τα παιδιά του, τους έδειξε το παλιό κτίριο που στεγάζονταν το πορνείο, και λέει στην κόρη του ''this is where i grew up'' .Κι εκείνη τον κοιτάζει με νόημα σαν να τον συγχωρεί...
..μουσική.
Και μετά έρχεται η λύτρωση του Don (και όλης της παρέας). Όλη την ώρα εξομολογούνταν ψάχνοντας για συγχώρεση. Γιατί η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι να πιστεύεις ότι ο θεός δε μπορεί να σε συγχωρήσει. Γιατί ενδίδεις συνέχεια στην ίδια αμαρτία. Και ξανά και ξανά και ξανά, να δίνεσαι στον πρώτο άνθρωπο που συναντάς απελπισμένος. Διότι η συνεχής επανάληψη της αμαρτίας σε κάνει να πιστεύεις ότι δε θα αλλάξεις ποτέ και πάντα θα καταλήγεις μόνος και δεν αξίζεις συγχώρεση, και για αυτό δε μπορείς να συγχωρέσεις τον εαυτό σου. Και έτσι πέφτεις στα μάτια σου και μετά στα μάτια των δικών σου. Και θα έδινε τα πάντα για την κόρη του, για να την έχει πίσω, ακόμα και τη δουλειά του και τη γυναίκα του και τη ζωή του. Να την έχει κοντά του, καθώς τον βλέπει ενώ πίνει.

 Μad men σ' ευχαριστώ που ξεπέρασες στην καρδιά μου το επεισόδιο Ηouse md s05e24 '' both sides now'' γιατί μέσα από το χάος ενός επεισοδίου, μας έφερες τη λύτρωση. Σε όλους τους χαρακτήρες. Ο Πητάκος λυτρώθηκε από τη μάνα του, ο Στερλινγκ συνάντησε το παιδί του, η εταιρία λυτρώθηκε από τις μαλακίες του Don, η γυναίκα του λυτρώθηκε από τα συνεχόμενα κέρατα και τις μαυρίλες του, και η κόρη του είδε επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο.''Αγάπη μου συγχώρα με, ζούμε όλοι στο ίδιο μπουρδέλο που εγώ δημιούργησα και ψάχνουμε τους σωστούς ανθρώπους να μας αγαπήσουν''.Και μαζί τους λυτρώθηκαν και οι τηλεθεατές .Γιατί αυτοί το ξέρουν ήδη και δε χρειάζεται η σειρά διαφήμιση.



But now
So many things I would have done, but clouds got in my way

I've looked at clouds from both sides now
From up and down and still somehow
It's cloud's illusions I recall
I really don't know clouds at all Moons and Junes and Ferris wheels the dizzy dancing way you feel
As every fairy tale comes real, I've looked at love that way
But now it's just another show, you leave 'em laughin' when you go
And if you care don't let them know, don't give yourself away
But something's lost but something's gained in living every day



they only block the sun they rain and snow on everyone

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ένα μικρό ακυβέρνητο καράβι

Είχαν περάσει 2 μήνες που το 'Sea Monster' ήταν ακυβέρνητο. Το πλήρωμα είχε εγκαταλείψει το πλοίο και ο κυβερνήτης βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα. Είχε χάσει την πυξίδα του, είχε χαλάσει το πηδάλιο, αλλά ήταν ο καιρός καλός και είχε ρίξει την άγκυρα στο μεσοπέλαγος. Τα τρόφιμα επαρκούσαν για καναδυό μήνες ακόμα.

Ο καπετάνιος ζούσε παρέα με ένα φάντασμα. Το ίδιο φάντασμα του έκανε παρέα και πριν γνωριστεί με την αληθινή, απλά τύγχανε να έχει τη μορφή της. Έπλαθαν μαζί ιστοριούλες ότι θα είναι οι 2 τους, αυτός και η αληθινή, κάπου μαζί αγκαλιά και θα κοιτιούνται. Εκείνη θα είχε λίγο κλειστά τα ματάκια της, κάνοντας πως κοιμάται, αλλά θα τον κρυφοκοιτάζει καθώς θα του δίνει αυτό που ο κόσμος λέει αγάπη λέγοντας του με το χαμόγελό της 'είμαι δικιά σου, μην ανησυχείς για μένα και τις μαλακίες που σου κάνω, είμαι δικιά σου'. Και τότε, θα έβγαζε ένα ηλίθιο χαχανητό ευτυχίας πριν λιποθυμήσει από την κούραση, λίγο πριν εκείνη χανόταν για πάντα, παίρνοντας στις βαλίτσες της και την καρδιά του.Και είχε ανοιχτό το CB και μιλούσε στο φάντασμα μα δεν τον άκουγε κανένας. Μιλούσε με τον εαυτό του και το γνώριζε.

Ξαφνικά ξέσπασε καταιγίδα. Τα κύματα φούσκωσαν, το καράβι άρχισε να πάλλεται και να πηγαίνει δεξιά αριστερά. Ο καπετάνιος δεν το πήρε χαμπάρι μέχρι που άρχισε να ανακατεύεται και πήγε στην τουαλέτα. Κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη. Ήταν ένα κουρέλι, διαλυμένο, άσχημο. Αντικατόπτριζε όλη την ασχήμια της γης. Σχεδόν δεν τον ένοιαζε να πεθάνει να την πάρει μαζί του. Εκεί κατάλαβε ότι το πρόσωπο του δεν είναι μόνο δημιούργημά του αλλά και δημιούργημα των ανθρώπων που μπήκαν ή βγήκαν ή δεν υπήρξαν ποτέ. Όλων αυτών που ένιωσε. Ήταν κενό, απροσδιόριστο. Δεν είχε υπόσταση. Βάρος. Βάθος. Ψόφιο. Ένα μπαλάκι του τένις που χτυπιόταν από φάντασμα σε φάντασμα.

 Μια φωνή, μια καινούργια φωνή που δεν είχε ξανακούσει από το σιμπι, από το πουθενά, από το γοητευτικό άγνωστο αρχίζει και του φωνάζει
- Ξύπνα ρε μαλάκα γαμώ την αρρώστια σου, άνοιξε τα μάτια σου!
- Έχεις ωραία φωνή
- σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο αυτό που λες. 
- Ποια είσαι?
- Είμαι το κήρυγμα της αγάπης. Είμαι η ψυχή. Είμαι φωτιά που θα σε κάψω. Οι λέξεις μου είναι  γροθιές του Ροκυ Μπαλμπόα που σκάνε με φόρα στο στομάχι σου και ξερνάς ότι σου χει απομείνει. Η χροιά της φωνής μου είναι μια ψωλή που σου βιάζει το μυαλό. Είμαι ένας ταλιμπαν ζωσμένη με εκρηκτικά που θα σου ανατινάξει την καρδιά. Είμαι όλα όσα θα νιώσεις πραγματικά.
- Ωραία τα λόγια σου αλλά δε μου λένε κάτι ακόμα. Τι θες από μένα όμως?
- Να παίξουμε μποξ, και άμα βγεις ζωντανός θα σου αξίζει η ζωή διότι ακόμα είσαι νεκρός. Θα φας το ξύλο της ζωής σου.
- Και από που με βρήκες?
- Σε άκουγα τόσο καιρό να μιλάς στο CB ρε μαλάκα, σε ένα φάντασμα και ερωτεύτηκα τη φωνή σου ηλίθιε. Και είδα κάτι αληθινό σε σένα. 
- Είμαι μόνο αλήθεια. Πως σε λένε?
- Δεν έχει σημασία, μπορεί να μαι ένας ανώμαλος πενηντάρης τραβεστί, μπορεί να είμαι η Κέιτ Μος, μπορεί απλά να είμαι ένα 20χρονο μωρό με ωραία μάτια, καθαρό πρόσωπο, στητά βυζιά, μακρυές ποδάρες, κωλάρα, με δέρμα που λάμπει. Ζω και είμαι εδώ, υπάρχω. Εσύ δε ζεις, είσαι μόνος σου, κλεισμένος στο κουτί σου, στα σκατά σου, σε ένα σαπιοκάραβο που θα το παρασύρει η καταιγίδα και θα πέσει στα βράχια. Ακούω μια όμορφη φωνή να μου μιλάει τα βράδια και την θέλω, λιώνω.
- Άσε με εμένα, περνάω καλά με τον εαυτό μου και θα επιβιώσω όπως το έκανα πάντα.
- Δε θα επιβιώσεις, δε θα επιβιώσεις, θα πεθάνεις μαλάκα, αλλά δεν κάνεις τίποτα. όλη τη μέρα μιλάς σε ένα φάντασμα που σε άφησε. Και ο χρόνος περνάει.
-Έχω όλο το χρόνο δικό μου, μην ανησυχείς μωρό. Έχω άπειρο χρόνο. Ζω μια αιωνιότητα χωρίς να κάνω και πολλά σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Αλλά είναι δικό μου και πάω όπου γουστάρω με αυτό. Το έφτιαξα με ειλικρίνια και πολύ κόπο. Απλά τώρα όμως θέλω να αράξω.
- Όχι ρε μαλάκα, δεν έχεις άλλο χρόνο! τώρα! τι κάνεις τώρα? ! τι έχεις κάνει έως τώρα? !!! Τελείωσε ο χρόνος σου. ξόδεψες τον άπειρο χρόνο σου κάνοντας απολύτως τίποτα και είσαι χαμένος στο πουθενά.
-Σκέφτομαι το φάντασμα. Ας περάσει όσος χρόνος θέλει, θα γιατρευτώ μόνος μου.
- Δε θα σε γιατρέψει ο χρόνος εγώ θα σε γιατρέψω
- Δε μου λες, είσαι ψυχοπαθής?
- Είμαι ο ψυχίατρος σου. δεν πήρες τίποτα αληθινό και θα σου το δώσω τώρα, αλλά δε θέλω μόνο να δίνω, θέλω και να παίρνω. Θέλω ομορφιά. Έχω ανάγκη από ομορφιά. Είσαι όμορφος άνθρωπος?
- Δεν ξέρω αν είμαι, δε θα το κρίνω εγώ.
-Αν δε ξες αν είσαι δε μου κάνεις. Δε μιλάω σε άσχημους ανθρώπους.
-έχω την ομορφιά μέσα μου γιατί είμαι ειλικρινής.
- δε βλέπω φλόγα όμως
- τη φλόγα  μου την έβγαλε εκείνη. Πρώτη φορά μαζί της ένιωσα άντρας
-  Άντρας είναι εκείνος που μπορεί να ζει μόνος του. Nα στέκεται μόνος του. να μπορεί να αναλαμβάνει ευθύνες μόνος του και να τις εκτελεί.  δεν είναι ότι έκανες σεξ πρώτη φορά με εκείνη που ήθελες και πέρασες όσο καλά μπόρεσες, ήταν που ακολούθησες πάντα τα μη ασφαλή μονοπάτια όταν σε οδηγεί σε αυτά καρδιά σου, να μη φοβάσαι τον πόνο και να χαμογελάς στο θάνατο όταν σε κοιτάζει στα μάτια.. Εσύ είχες το κουράγιο όπως σε άκουγα να φύγεις από τη στεριά που σου πρόσφεραν οι δικοί σου και να σαλπάρεις μόνος σου στις θάλασσες. Και πάντα διάλεγες αυτές. Αλλά τώρα πνίγεσαι.
-εγώ τα χω πει αυτά αλλά τώρα νιώθω ότι δεν έχω υπόσταση. είμαι μόνο μια φωνή και τίποτ' άλλο. Η υπόσταση καθορίζεται από την ερώτηση ''τι έκανες σήμερα δικιέ μου με την μέρα σου?'' Εγώ δεν είχα τι να απαντήσω. Ξυπνούσα, άραζα, άρχισα να πίνω όλη την ημέρα και να πονάω μέχρι που κουρασμένος το βράδυ θα έπεφτα για ύπνο. Δεν ξέρω πια ακριβώς τί σκατά κάνω σ'αυτό το καράβι, πού θέλω να πάω, αν είμαι καλός, αν αξίζω να βρίσκομαι σε ένα καράβι, αν μου αξίζει να βρίσκομαι σ'ένα καράβι και τι θέλω να κάνω με αυτό. Και ίσως θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο. Αλλά μου αρέσει να πώ  την αλήθεια, να κάθομαι σ' ένα καράβι και να μην κάνω απολύτως τίποτα. Και αυτό μέρα με την μέρα άρχισε να πονάει όλο και περισσότερο. Και όταν έφτασα στο χειρότερο σημείο μου, άρχισα να αγκαλιάζω τον εαυτό μου καταρχήν επειδή δεν είχα κάποιον άλλον και κατά δεύτερον από φόβο επειδή δεν ήθελα να πεθάνω. Φοβόμουν κάθε βράδυ ότι θα πεθάνω.. Και για να αγκαλιάσεις κάποιον πρώτα, θα έπρεπε ήδη να τον έχεις συγχωρέσει.  Και αγκάλιασα όλες εκείνες τις φωνές μου τις απεγνωσμένες, και άρχισα να τις συμπαθώ αντί να τις βρίζω. Και όταν ήρθε η ώρα που πραγματικά τις αγάπησα, συνειδητοποίησα ότι μέσα στο απόλυτο χάος μου είμαι και ευφερετικός. Δε φοβάμαι αυτό που είμαι, δε φοβάμαι αυτό που πονάω. Τότε κοίταξα τον μεγαλύτερο φόβο μου στα μάτια, λέγοντας τις λέξεις 'δε σου κρατάω πια καμιά κακία'. Και την επόμενη μέρα άκουσα τη φωνή σου. Και άρχισα σιγά σιγά να γιατρεύομαι.  
-φαντάζομαι το πρόσωπό σου, ένας άρρωστος τυπάκος ,με δυο τριχούλες στο μαλλί και γερασμένο πρόσωπο, μέτωπο με ρυτίδες και άψυχο κενό βλέμμα. χαλασμένος σπασμένος γερασμένος κουρασμένος. Κλεισμένος τόσα χρόνια στην μοναξιά του να ερωτεύεται άψυχα αντικείμενα.
- Και μιλάς και ασχολείσαι με έναν άρρωστο τυπάκο? ανώμαλη είσαι? είμαι ότι, αλλά έχω αποδεχτεί τον εαυτό μου. Τον έχω κάνει μια μεγάλη αγκαλιά, τα λάθη μου, τα στραβά μου και άλλα χίλια καλά και το μόνο που ψάχνω είναι μια φωνή καθαρή και αληθινή να ζήσω τη στιγμή μαζί της, την κάθε στιγμή, να είμαι ο εαυτός μου, να είμαι ψυχή και σώμα, ένα σώμα περίεργο που θα θέλει να μάθει τον έξω κόσμο. Να βρει λιμάνια όμορφα. Να αγκαλιάσει το κάθε δευτερόλεπτο με κάτι όμορφο και ενδιαφέρον. Και να μένω για εκείνη τη φωνή ξύπνιος. Να μην είμαι μόνος, να με αγκαλιάσει σφιχτά. Να αντισταθώ στο απρόθυμο και κουρασμένο μου κορμί και να πάω να φτιάξω τις βλάβες στο πηδάλιο. ξέρεις από βλάβες?\
-ξέρω από βλάβες. αλλά δε θα σε βοηθήσω πουθενά. Μόνος σου θα τις φτιάξεις και θα βγάλεις το καράβι σου έξω από την καταιγίδα και τα σκατά. Δεν θα πέσεις στα βράχια. Θα σου κρατάω παρέα να μη πέσεις στα βράχια.
-αυτό θέλω μόνο. τις βλάβες θα τις φτιάξω εγώ και θα συναντηθούμε.
-άμα τις φτιάξεις.
-και τι θα γίνει μετά?
-θα σε σκέφτομαι όμορφα. Θα σε βλέπω, θα σε ακουμπάω, θα σε μυρίζω θα σε αισθάνομαι.
Θα σε φιλήσω
Στα χείλια
Στο λαιμό
θα σε κοιτάξω στα μάτια
θα αγγίξω το δέρμα σου
θα ακουμπήσει το δικό μου στο δικό σου
θα ακούσω τους χτύπους της καρδίας σου
θα βάλω τα δάχτυλα μου μέσα σου
θα είσαι από πάνω μου μέσα μου να με κοιτάς στα μάτια μου να περνάω το χέρι μου στο λαιμό σου και στο σβέρκο σ να νιώθεις την ζέστη μου
και θα με γυρνάς μπρούμυτα
θα μπαίνεις μέσα μου να κόλλας πάνω μου
το άρωμα σου στη καυτή μου η ανάσα σου
να την νιώθω στο λαιμό μου
θα νιώθω το στηθος να ακουμπάει τ κορμί μου
εσένα πάνω μου
θα σε νιώθω να τελειώνεις μέσα μου
θα κάνουμε έρωτα στην αμμουδιά
θα μας χτυπάει ο ήλιος και θα λιώνουνε
θα βουτάμε στην θάλασσα κ θα συνεχίζουμε
και θα αράζουμε στην σκιά
αγκαλιά να ονειρευόμαστε
μαζί  να μας δροσίζει τ αεράκι
και να χάνομαι στα μάτια σου
να ταξιδεύω
να σε αγναντεύω να σε ζω να σ νιώθω να σε ερωτεύομαι
να σε θέλω
να λιώνω
να καίγομαι
μαζί σου με εσένα
σε εσένα
-Τώρα αρχίζω να νιώθω. Όλα αυτά που δεν ένιωσα. Αυτό το καράβι ξεκινάει τώρα να ξαναφτιάχνεται από την αρχή. Και θα γίνει ωραίο, όμορφο. Και θα έχει την βασίλισσά του. Γιατί αν δε το κάνει με περιμένουν τα σκυλόψαρα τα βράχια και τα φαντάσματα που θα γίνω.

Ας φτιάξουμε τα καράβια μας να ταξιδεύουν ξανά, παρέα με ζωντανούς ανθρώπους μέσα τους να μας δίνουν ζωή να βουλιάξουμε μέσα τους.