Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ένα μικρό ακυβέρνητο καράβι

Είχαν περάσει 2 μήνες που το 'Sea Monster' ήταν ακυβέρνητο. Το πλήρωμα είχε εγκαταλείψει το πλοίο και ο κυβερνήτης βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα. Είχε χάσει την πυξίδα του, είχε χαλάσει το πηδάλιο, αλλά ήταν ο καιρός καλός και είχε ρίξει την άγκυρα στο μεσοπέλαγος. Τα τρόφιμα επαρκούσαν για καναδυό μήνες ακόμα.

Ο καπετάνιος ζούσε παρέα με ένα φάντασμα. Το ίδιο φάντασμα του έκανε παρέα και πριν γνωριστεί με την αληθινή, απλά τύγχανε να έχει τη μορφή της. Έπλαθαν μαζί ιστοριούλες ότι θα είναι οι 2 τους, αυτός και η αληθινή, κάπου μαζί αγκαλιά και θα κοιτιούνται. Εκείνη θα είχε λίγο κλειστά τα ματάκια της, κάνοντας πως κοιμάται, αλλά θα τον κρυφοκοιτάζει καθώς θα του δίνει αυτό που ο κόσμος λέει αγάπη λέγοντας του με το χαμόγελό της 'είμαι δικιά σου, μην ανησυχείς για μένα και τις μαλακίες που σου κάνω, είμαι δικιά σου'. Και τότε, θα έβγαζε ένα ηλίθιο χαχανητό ευτυχίας πριν λιποθυμήσει από την κούραση, λίγο πριν εκείνη χανόταν για πάντα, παίρνοντας στις βαλίτσες της και την καρδιά του.Και είχε ανοιχτό το CB και μιλούσε στο φάντασμα μα δεν τον άκουγε κανένας. Μιλούσε με τον εαυτό του και το γνώριζε.

Ξαφνικά ξέσπασε καταιγίδα. Τα κύματα φούσκωσαν, το καράβι άρχισε να πάλλεται και να πηγαίνει δεξιά αριστερά. Ο καπετάνιος δεν το πήρε χαμπάρι μέχρι που άρχισε να ανακατεύεται και πήγε στην τουαλέτα. Κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη. Ήταν ένα κουρέλι, διαλυμένο, άσχημο. Αντικατόπτριζε όλη την ασχήμια της γης. Σχεδόν δεν τον ένοιαζε να πεθάνει να την πάρει μαζί του. Εκεί κατάλαβε ότι το πρόσωπο του δεν είναι μόνο δημιούργημά του αλλά και δημιούργημα των ανθρώπων που μπήκαν ή βγήκαν ή δεν υπήρξαν ποτέ. Όλων αυτών που ένιωσε. Ήταν κενό, απροσδιόριστο. Δεν είχε υπόσταση. Βάρος. Βάθος. Ψόφιο. Ένα μπαλάκι του τένις που χτυπιόταν από φάντασμα σε φάντασμα.

 Μια φωνή, μια καινούργια φωνή που δεν είχε ξανακούσει από το σιμπι, από το πουθενά, από το γοητευτικό άγνωστο αρχίζει και του φωνάζει
- Ξύπνα ρε μαλάκα γαμώ την αρρώστια σου, άνοιξε τα μάτια σου!
- Έχεις ωραία φωνή
- σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ όμορφο αυτό που λες. 
- Ποια είσαι?
- Είμαι το κήρυγμα της αγάπης. Είμαι η ψυχή. Είμαι φωτιά που θα σε κάψω. Οι λέξεις μου είναι  γροθιές του Ροκυ Μπαλμπόα που σκάνε με φόρα στο στομάχι σου και ξερνάς ότι σου χει απομείνει. Η χροιά της φωνής μου είναι μια ψωλή που σου βιάζει το μυαλό. Είμαι ένας ταλιμπαν ζωσμένη με εκρηκτικά που θα σου ανατινάξει την καρδιά. Είμαι όλα όσα θα νιώσεις πραγματικά.
- Ωραία τα λόγια σου αλλά δε μου λένε κάτι ακόμα. Τι θες από μένα όμως?
- Να παίξουμε μποξ, και άμα βγεις ζωντανός θα σου αξίζει η ζωή διότι ακόμα είσαι νεκρός. Θα φας το ξύλο της ζωής σου.
- Και από που με βρήκες?
- Σε άκουγα τόσο καιρό να μιλάς στο CB ρε μαλάκα, σε ένα φάντασμα και ερωτεύτηκα τη φωνή σου ηλίθιε. Και είδα κάτι αληθινό σε σένα. 
- Είμαι μόνο αλήθεια. Πως σε λένε?
- Δεν έχει σημασία, μπορεί να μαι ένας ανώμαλος πενηντάρης τραβεστί, μπορεί να είμαι η Κέιτ Μος, μπορεί απλά να είμαι ένα 20χρονο μωρό με ωραία μάτια, καθαρό πρόσωπο, στητά βυζιά, μακρυές ποδάρες, κωλάρα, με δέρμα που λάμπει. Ζω και είμαι εδώ, υπάρχω. Εσύ δε ζεις, είσαι μόνος σου, κλεισμένος στο κουτί σου, στα σκατά σου, σε ένα σαπιοκάραβο που θα το παρασύρει η καταιγίδα και θα πέσει στα βράχια. Ακούω μια όμορφη φωνή να μου μιλάει τα βράδια και την θέλω, λιώνω.
- Άσε με εμένα, περνάω καλά με τον εαυτό μου και θα επιβιώσω όπως το έκανα πάντα.
- Δε θα επιβιώσεις, δε θα επιβιώσεις, θα πεθάνεις μαλάκα, αλλά δεν κάνεις τίποτα. όλη τη μέρα μιλάς σε ένα φάντασμα που σε άφησε. Και ο χρόνος περνάει.
-Έχω όλο το χρόνο δικό μου, μην ανησυχείς μωρό. Έχω άπειρο χρόνο. Ζω μια αιωνιότητα χωρίς να κάνω και πολλά σ' αυτό το σαπιοκάραβο. Αλλά είναι δικό μου και πάω όπου γουστάρω με αυτό. Το έφτιαξα με ειλικρίνια και πολύ κόπο. Απλά τώρα όμως θέλω να αράξω.
- Όχι ρε μαλάκα, δεν έχεις άλλο χρόνο! τώρα! τι κάνεις τώρα? ! τι έχεις κάνει έως τώρα? !!! Τελείωσε ο χρόνος σου. ξόδεψες τον άπειρο χρόνο σου κάνοντας απολύτως τίποτα και είσαι χαμένος στο πουθενά.
-Σκέφτομαι το φάντασμα. Ας περάσει όσος χρόνος θέλει, θα γιατρευτώ μόνος μου.
- Δε θα σε γιατρέψει ο χρόνος εγώ θα σε γιατρέψω
- Δε μου λες, είσαι ψυχοπαθής?
- Είμαι ο ψυχίατρος σου. δεν πήρες τίποτα αληθινό και θα σου το δώσω τώρα, αλλά δε θέλω μόνο να δίνω, θέλω και να παίρνω. Θέλω ομορφιά. Έχω ανάγκη από ομορφιά. Είσαι όμορφος άνθρωπος?
- Δεν ξέρω αν είμαι, δε θα το κρίνω εγώ.
-Αν δε ξες αν είσαι δε μου κάνεις. Δε μιλάω σε άσχημους ανθρώπους.
-έχω την ομορφιά μέσα μου γιατί είμαι ειλικρινής.
- δε βλέπω φλόγα όμως
- τη φλόγα  μου την έβγαλε εκείνη. Πρώτη φορά μαζί της ένιωσα άντρας
-  Άντρας είναι εκείνος που μπορεί να ζει μόνος του. Nα στέκεται μόνος του. να μπορεί να αναλαμβάνει ευθύνες μόνος του και να τις εκτελεί.  δεν είναι ότι έκανες σεξ πρώτη φορά με εκείνη που ήθελες και πέρασες όσο καλά μπόρεσες, ήταν που ακολούθησες πάντα τα μη ασφαλή μονοπάτια όταν σε οδηγεί σε αυτά καρδιά σου, να μη φοβάσαι τον πόνο και να χαμογελάς στο θάνατο όταν σε κοιτάζει στα μάτια.. Εσύ είχες το κουράγιο όπως σε άκουγα να φύγεις από τη στεριά που σου πρόσφεραν οι δικοί σου και να σαλπάρεις μόνος σου στις θάλασσες. Και πάντα διάλεγες αυτές. Αλλά τώρα πνίγεσαι.
-εγώ τα χω πει αυτά αλλά τώρα νιώθω ότι δεν έχω υπόσταση. είμαι μόνο μια φωνή και τίποτ' άλλο. Η υπόσταση καθορίζεται από την ερώτηση ''τι έκανες σήμερα δικιέ μου με την μέρα σου?'' Εγώ δεν είχα τι να απαντήσω. Ξυπνούσα, άραζα, άρχισα να πίνω όλη την ημέρα και να πονάω μέχρι που κουρασμένος το βράδυ θα έπεφτα για ύπνο. Δεν ξέρω πια ακριβώς τί σκατά κάνω σ'αυτό το καράβι, πού θέλω να πάω, αν είμαι καλός, αν αξίζω να βρίσκομαι σε ένα καράβι, αν μου αξίζει να βρίσκομαι σ'ένα καράβι και τι θέλω να κάνω με αυτό. Και ίσως θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο. Αλλά μου αρέσει να πώ  την αλήθεια, να κάθομαι σ' ένα καράβι και να μην κάνω απολύτως τίποτα. Και αυτό μέρα με την μέρα άρχισε να πονάει όλο και περισσότερο. Και όταν έφτασα στο χειρότερο σημείο μου, άρχισα να αγκαλιάζω τον εαυτό μου καταρχήν επειδή δεν είχα κάποιον άλλον και κατά δεύτερον από φόβο επειδή δεν ήθελα να πεθάνω. Φοβόμουν κάθε βράδυ ότι θα πεθάνω.. Και για να αγκαλιάσεις κάποιον πρώτα, θα έπρεπε ήδη να τον έχεις συγχωρέσει.  Και αγκάλιασα όλες εκείνες τις φωνές μου τις απεγνωσμένες, και άρχισα να τις συμπαθώ αντί να τις βρίζω. Και όταν ήρθε η ώρα που πραγματικά τις αγάπησα, συνειδητοποίησα ότι μέσα στο απόλυτο χάος μου είμαι και ευφερετικός. Δε φοβάμαι αυτό που είμαι, δε φοβάμαι αυτό που πονάω. Τότε κοίταξα τον μεγαλύτερο φόβο μου στα μάτια, λέγοντας τις λέξεις 'δε σου κρατάω πια καμιά κακία'. Και την επόμενη μέρα άκουσα τη φωνή σου. Και άρχισα σιγά σιγά να γιατρεύομαι.  
-φαντάζομαι το πρόσωπό σου, ένας άρρωστος τυπάκος ,με δυο τριχούλες στο μαλλί και γερασμένο πρόσωπο, μέτωπο με ρυτίδες και άψυχο κενό βλέμμα. χαλασμένος σπασμένος γερασμένος κουρασμένος. Κλεισμένος τόσα χρόνια στην μοναξιά του να ερωτεύεται άψυχα αντικείμενα.
- Και μιλάς και ασχολείσαι με έναν άρρωστο τυπάκο? ανώμαλη είσαι? είμαι ότι, αλλά έχω αποδεχτεί τον εαυτό μου. Τον έχω κάνει μια μεγάλη αγκαλιά, τα λάθη μου, τα στραβά μου και άλλα χίλια καλά και το μόνο που ψάχνω είναι μια φωνή καθαρή και αληθινή να ζήσω τη στιγμή μαζί της, την κάθε στιγμή, να είμαι ο εαυτός μου, να είμαι ψυχή και σώμα, ένα σώμα περίεργο που θα θέλει να μάθει τον έξω κόσμο. Να βρει λιμάνια όμορφα. Να αγκαλιάσει το κάθε δευτερόλεπτο με κάτι όμορφο και ενδιαφέρον. Και να μένω για εκείνη τη φωνή ξύπνιος. Να μην είμαι μόνος, να με αγκαλιάσει σφιχτά. Να αντισταθώ στο απρόθυμο και κουρασμένο μου κορμί και να πάω να φτιάξω τις βλάβες στο πηδάλιο. ξέρεις από βλάβες?\
-ξέρω από βλάβες. αλλά δε θα σε βοηθήσω πουθενά. Μόνος σου θα τις φτιάξεις και θα βγάλεις το καράβι σου έξω από την καταιγίδα και τα σκατά. Δεν θα πέσεις στα βράχια. Θα σου κρατάω παρέα να μη πέσεις στα βράχια.
-αυτό θέλω μόνο. τις βλάβες θα τις φτιάξω εγώ και θα συναντηθούμε.
-άμα τις φτιάξεις.
-και τι θα γίνει μετά?
-θα σε σκέφτομαι όμορφα. Θα σε βλέπω, θα σε ακουμπάω, θα σε μυρίζω θα σε αισθάνομαι.
Θα σε φιλήσω
Στα χείλια
Στο λαιμό
θα σε κοιτάξω στα μάτια
θα αγγίξω το δέρμα σου
θα ακουμπήσει το δικό μου στο δικό σου
θα ακούσω τους χτύπους της καρδίας σου
θα βάλω τα δάχτυλα μου μέσα σου
θα είσαι από πάνω μου μέσα μου να με κοιτάς στα μάτια μου να περνάω το χέρι μου στο λαιμό σου και στο σβέρκο σ να νιώθεις την ζέστη μου
και θα με γυρνάς μπρούμυτα
θα μπαίνεις μέσα μου να κόλλας πάνω μου
το άρωμα σου στη καυτή μου η ανάσα σου
να την νιώθω στο λαιμό μου
θα νιώθω το στηθος να ακουμπάει τ κορμί μου
εσένα πάνω μου
θα σε νιώθω να τελειώνεις μέσα μου
θα κάνουμε έρωτα στην αμμουδιά
θα μας χτυπάει ο ήλιος και θα λιώνουνε
θα βουτάμε στην θάλασσα κ θα συνεχίζουμε
και θα αράζουμε στην σκιά
αγκαλιά να ονειρευόμαστε
μαζί  να μας δροσίζει τ αεράκι
και να χάνομαι στα μάτια σου
να ταξιδεύω
να σε αγναντεύω να σε ζω να σ νιώθω να σε ερωτεύομαι
να σε θέλω
να λιώνω
να καίγομαι
μαζί σου με εσένα
σε εσένα
-Τώρα αρχίζω να νιώθω. Όλα αυτά που δεν ένιωσα. Αυτό το καράβι ξεκινάει τώρα να ξαναφτιάχνεται από την αρχή. Και θα γίνει ωραίο, όμορφο. Και θα έχει την βασίλισσά του. Γιατί αν δε το κάνει με περιμένουν τα σκυλόψαρα τα βράχια και τα φαντάσματα που θα γίνω.

Ας φτιάξουμε τα καράβια μας να ταξιδεύουν ξανά, παρέα με ζωντανούς ανθρώπους μέσα τους να μας δίνουν ζωή να βουλιάξουμε μέσα τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου