Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ο κωλόγερος & η θάλασσα

Κάθε μέρα έφευγε και ένα κομμάτι του στην θάλασσα που ονειρεύονταν. Η ώρα είχε πάει 10 μμ και οι γέροι στο γηροκομείο ροχάλιζαν του καλού καιρού σαν κομπρεσέρ. Ακόμα και η καταραμένη γρια με την άνοια, στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν, ωστόσο συνέχιζε να παραμιλάει στον ύπνο της ότι την κλέβανε. Ο κωλόγερος, φορώντας το κουστούμι του, με την καρτ ποστάλ της παραλίας στο στήθος του, ξαπλωμένος ανάσκελα, είχε αποφασίσει να εκτελέσει το σχέδιο της απόδρασης του που τόσο καιρό σχεδίαζε. Δυο χειρουργικά ανοίγματα στο στήθος, ένα στον προστάτη λόγω καρκίνου και μια παραφροσύνη, δεν ήταν αρκετές να τον κρατήσουν στο δωμάτιο του γηροκομείου. Αν αυτά που παραμιλούσε η γριά ήταν αλήθεια, θα ήταν πλούσιος το επόμενο πρωί και θα έχτιζε ένα αυθαίρετο κοντά στην παραλία της καρτ ποσταλ. Παιδιά-σκυλιά-εγγόνια-περιουσία δεν είχε, εκτός από μια πλούσια συλλογή από κάθε χρώματος χάπια. Ήταν ένα κουρασμένο κορμί που έκανε το λάθος να παρατείνει τη μίζερη ζωή του επειδή φοβόταν τον θάνατο.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε προς το συρτάρι της γριάς, έβγαλε τα κλειδιά του σπιτιού της, πήγε και τράβηξε από τον λαιμό της το κρεμαστό που είχε μαζί με έναν σταυρό και το κλειδάκι από ένα σεντούκι. Η γριά αμέσως άνοιξε τα μάτια και φώναξε ''βοήθεια ληστεία''. Πριν προλάβει να υψώσει τον τόνο της φωνή της έχωσε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με όση  δύναμη του είχε απομείνει την πίεζε. Μπορεί να έτρεμε και να αντιστεκόταν, αλλά το σώμα της παρακαλούσε να τελειώσει το μαρτύριο. Χάρη της έκανε, ήταν το δώρο του προς εκείνη και προς εκείνον γιατί τόσα χρόνια του τα είχε πρήξει και στο πρόσωπό της εκδικούνταν όλους τους μαλάκες του γηροκομείου.

Άνοιξε προσεκτικά το παράθυρο του δωματίου, έριξε το Π απαλά στο χορτάρι, ώστε να μην κάνει θόρυβο και ευχήθηκε να μην σπάσει κανένα κόκαλο καθώς πηδούσε από το μισό μέτρο. Κάτι ένιωσε να πονάει στη μέση και τους γλουτούς, αλλά σηκώθηκε και συνέχισε προς τον φράχτη. Είχε γερή κράση. Εκεί έβγαλε το ψαλίδι του κηπουρού που του το είχε κλέψει μια μέρα και έκοψε σιγά σιγά τα σιδερένια δίχτυα. Αφού τα έσπρωξε με το Π του, βγήκε κύριος στον δρόμο και κάλεσε ταξί.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της γριάς, γνωρίζοντας ότι δεν κατοικεί κανένας, μιας οι υπόλοιποι περιμένανε με αγωνία να πεθάνει για να κληρονομήσουν το σπίτι. Η γριά ήταν όλα αυτά τα χρόνια ένα φτωχό παράσιτο που έβλεπε όλη τη μέρα τηλεόραση και ζούσε εις βάρος των άλλων που εύχονταν να πεθάνει. Κανένας επισκέπτης της, δεν την πίστευε  και όλοι χαμογελούσαν ειρωνικά με τα παραμιλητά της ότι είχε λίρες κρυμμένες σε κάποιο σεντούκι. Κανένας πάντως δεν είχε μπει στο σπίτι που μύριζε ξηραμένα κόπρανα της γριάς πασαλειμμένα στους τοίχους, ύστερα από ένα παραλήρημα που είχε, λίγο πριν μπει μέσα, ότι εισέβαλλαν οι κλέφτες, γιατί το σπίτι ήταν άνω κάτω. Κανένας από το σόι της δεν πίστεψε την ίδια ιστορία που επαναλάμβανε στον κωλόγερο κάθε μέρα .Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ψάξει σωστά. Το σεντούκι ήταν κρυμμένο σε μια τρύπα πίσω από το εικονοστάσι. Το πήρε, το ξεκλείδωσε και το άνοιξε. Εκεί βρήκε 500 δολάρια που τις τα είχε στείλει ο άντρας της όταν ζούσε. Αυτός ήταν όλος και όλος ο θησαυρός της μακαρίτισσας. Το μόνο που μπορούσε να αγοράσει ήταν μια μικρή τετράχρονη γουρούνα για να πάει στην παραλία που δεν απείχε και πολύ. Εξάλλου μόλις είχε διαρρήξει το σπίτι της μάνας του κι έπρεπε να την κάνει. Έριξε έναν ύπνο αφού πήρε τα χάπια του και ξεκίνησε το επόμενο πρωί για την αντιπροσωπεία μηχανών.   


Αφού γέμισε το ντεπόζιτο με βενζίνη, έβαλε το κωλοΠ του στο πίσω μέρος της μηχανής και την καβάλησε. Άρχισε να τρέχει στα ανοιχτά του δρόμου, με τη σπίθα στην καρδιά του, μυρίζοντας ελευθερία και ανακαλύπτοντας κάθε δευτερόλεπτο τη διαδρομή. Θυμήθηκε ότι μια ζωή είχε κουραστεί να τρέχει χωρίς σκοπό.Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να παρκάρει τη μηχανή του και να σταματήσει τη διαρκή του ανυπαρξία μπροστά στο μαγικό τοπίο, το οποίο επιθυμούσε τόσο καιρό να το επισκεφτεί και να βρει τη γαλήνη του. Κάθε χιλιόμετρο που περνούσε, ένιωθε να γεμίζει ακόμα περισσότερο με την σκέψη ότι βρήκε επιτέλους ένα μέρος τόσο όμορφο και καθαρό και θα χανόταν σε αυτό με τις ώρες χαζεύοντας την παραλία και το δάσος που βρίσκονταν πίσω από αυτήν. Να εισπνεύσει τη μυρωδιά της θάλασσας και των άγριων φυτών που θα υπήρχαν μέσα στο δάσος ακούγοντας τους ήχους των πουλιών που ζούσαν λίγο πιο βαθιά μέσα του.

Σε λίγα λεπτά έφτανε σύμφωνα με τον χάρτη στην τελευταία στροφή. Με το που έφτασε, παράτησε τη μηχανή χωρίς να κοιτάξει πίσω του αν την κλείδωσε. Ο καιρός δεν του έκανε το χατίρι και άρχισε να περπατάει στη συννεφιά. Μπήκε μέσα στο δάσος. Με το που πάτησε τα πόδια του τον έπιασε μια θλίψη. Ήταν σκοτεινό, καμένο από εμπρησμό, άηχο και άοσμο. περπατούσε στα αποτεφρωμένα δέντρα και δεν άκουγε τίποτα, γιατί δεν υπήρχε καμιά ζωή μέσα τους. Το μόνο που τον ανατρίχιαζε ήταν ότι τα δέντρα ήταν όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.Έβλεπε μόνο στάχτες και έτσι, προχώρησε προς την παραλία, λέγοντας στον εαυτό του 'δεν πειράζει, δε γίνεται να τα έχουμε όλα έστω, ας είναι όμορφη η παραλία και ήρεμη να την απολαύσω ακουμπώντας τα πόδια μου στην αμμουδιά'. Ξαφνικά άρχισε να ακούει τα κύματα της θάλασσας, έτρεξε προς τον ήχο της σαν τρελός, σαν να ταν η τελευταία φορά που θα έτρεχε στη ζωή του.Έτρεχε θέλοντας να γλιτώσει από τον θάνατο και έφτασε στην παραλία που ήταν η ίδια της καρτ ποστάλ αλλά τραβηγμένη πριν χρόνια όταν ήταν ακόμα έρημη, καθαρή και της είχε απονεμηθεί το βραβείο της γαλάζιας σημαίας που είχε χάσει προ πολλού. Είδε μπροστά του μια παραλία όμορφη σε σχήμα, αλλά κατεστραμμένη  από κάθε είδος ανθρώπου και ζώου που είχε πατήσει πάνω της και γεμάτη σκουπίδια. Το γαλάζιο είχε γίνει ένα εμετικό καφέ. Τα κύματα τότε έσκαγαν τόσο δυνατά που ήταν αδιανόητο να κολυμπήσει κανείς σ' αυτήν. Σύντομα άρχισε να βρέχει και να φυσάει δυνατά. Η θάλασσα εκδικούνταν όλους αυτούς που κατέστρεψαν την παραλία της και έτσι όπως την κοίταξε κατάλαβε τα πάντα για εκείνη.Έβλεπε στα μάτια της το απόλυτο χάος. Ταίριαζε με το χάος στα μάτια του. 

Προς στιγμήν αποφάσισε να φύγει απογοητευμένος,όχι μόνο γιατί δεν ήταν αυτό που περίμενε, αλλά επειδή ήξερε ότι ποτέ δεν επρόκειτο να αλλάξει.Πήγε να καβαλήσει τη μηχανή του με σβησμένη κάθε σπίθα της εικόνας και μυρωδιάς στο μυαλό του. Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Ακόμα και αν ήταν κατεστραμμένη και βρώμικη, αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία και να κάνει μια τελευταία βουτιά.Έβγαλε τα ρούχα του, που τα σήκωσε αμέσως ο αέρας, και γυμνός βούτηξε στα πελώρια κύματα που τον παρέσυραν στα βαθιά. Εκεί στα βαθιά όλα έμοιαζαν καλύτερα. Έριξε ένα δάκρυ χαράς που ακόμα κι έτσι βρήκε την θάλασσά του και πέθαινε σε εκείνη. Εκεί χάθηκε για πάντα μέσα της και δεν βρέθηκε το σώμα του ποτέ. Τότε ένα ισχυρό κύμα, παρέσυρε όλα τα μπάζα και τα σκουπίδια προς τα μέσα και η παραλία καθάρισε. Το επόμενο πρωί η παραλία άρχισε να μοιάζει πάλι ίδια με εκείνη της καρτ ποστάλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου